Στεναχωρέθηκα αφάνταστα στην αρχή της χρονιάς του 2014, γιατί όταν απουσίαζα στο Μαρούσι, πέθανε στη Μυτιλήνη, χωρίς να το πάρω είδηση, ο καλύτερος φίλος μου, ο Αλέκος Γ. Κουμάνιας. Ο Αλέκος ήταν ο τελευταίος των προσφύγων της Μικρασίας στον Πολιχνίτο. Με το θάνατό του έκλεισε στον Πολιχνίτο για πάντα την θλιβερή ιστορία του διωγμού. Την έκλεισε όμως όχι για να ξεχάσουμε, αλλά για να κρατήσουμε καλά φυλαγμένες, σαν τζιβαέρι, τις εθνικές αναμνήσεις. Τον εξευτελισμό της ανθρώπινης περηφάνιας και της διχόνοιας τα καταστρεπτικά αποτελέσματα.Υπήρξε «μικρός το δέμας», ήταν ένας μικροκαμωμένος άνθρωπος αλλά είχε ψυχή λιονταριού και μυαλό τετραπέρατο. Εργατικός και ακούραστος. Μεθοδικός και ισορροπημένος. Άνθρωπος που ήξερε ν’ακούει αλλά πάντα να επιλέγει και να πράττει το καλό και σωστό. Ήταν χαριέστατος. Πολλές φορές κρεμόμουν απ’ τα χείλη του, γιατί είχε την τέχνη να εξιστορεί και θαύμαζα με πόση ενάργεια θυμόταν τόπους, ανθρώπους, πράξεις και ενέργειες του καθενός, και με πόση χάρη και σμυρναίικη σπιρτάδα, άφηνε στην κατάλληλη στιγμή να ξεφύγει δήθεν κάποιο καλαμπούρι, που νοστίμιζε σαν αλατοπίπερο την αφήγησή του. Ήταν ένας ενεργός πολίτης που είχε την πολιτική άποψη και κοινωνική επαφή μέχρι το τέλος της ζωής του. Είχε άριστη υγεία και μακροζωία, και ως την τελευταία του ώρα διατήρησε την οξύνοια και διαύγεια του νου του. Σε τούτο το γραπτό μου όμως, αποφάσισα να πρωτοτυπήσω και να περιορισθώ απλώς και μόνο στο να αντιγράψω την κασέτα του μαγνητοφώνου μου και να σας μεταφέρω την εξιστόρηση και τα λόγια του καλού μου φίλου Αλέκου Γ. Κουμάνια, αυτούσια, για να τον φανταστείτε όσοι τον γνωρίζατε σαν νάναι μπροστά σας και για να τον γνωρίσετε, έστω και τώρα, όσοι δεν τον ξέρατε ζωντανό. «Γεννήθηκα το 1919 στη Σμύρνη Μικρασίας. Πατέρας μου ήταν ο Γεώργιος Κουμάνιας, που ήταν Πολιχνιάτης αλλά βρέθηκε στη Σμύρνη, όπου στο Κορδελιό είχε ένα απ’ τα καλύτερα εστιατόρια. Εκεί παντρεύτηκε και απέκτησε δυο γιούς. Τον αδελφό μου Μιχάλη, πέντ’ έξι χρόνια μεγαλύτερο, και εμένα τον Αλέξανδρο (Αλέκο). Η μάνα μου Δέσποινα, ήταν Καραγιάννενα, γεννημένη στη Σμύρνη, αλλά είχε κι αυτή ρίζες απ’ τον Πολιχνίτο. Η μάνα της ήταν Αλεξανδρήδενα. Όταν έγινε ο μεγάλος διωγμός των Ελλήνων της Μικρασίας το 1922 και άρχισαν οι πυρπολισμοί και οι σφαγές των Ελλήνων, η μάνα μας άρπαξε εμάς τα δυο παιδιά της και ένα μπόγο και έτρεξε να μας σώσει και να προλάβει να μας φέρει στην Ελλάδα ζωντανούς. Ο πατέρας μου έμεινε παραπίσω μοναχός, μην και μπορέσει να σώσει κάτι απ’ την περιουσία μας. Στην ταβέρνα του σύχναζαν και τρωγόπιναν Αξιωματικοί και Αξιωματούχοι Τούρκοι, που τον καθησύχαζαν και του έλεγαν πως δεν διατρέχει κίνδυνο και ότι αυτοί εγγυόντουσαν για τη ζωή του. Μέσα στο ξέφρενο πατιρντί. Μέσα στον ορυμαγδό του μίσους και της φονικής αγριότητας, που έβγαζαν οι αγριεμένοι Τούρκοι και ιδίως οι άτακτοι οι «τσέτες», η μάνα μας προτίμησε να μας απομακρύνει απ’ την εστία της φωτιάς, μια ώρα γρηγορότερα. Ήταν Αύγουστος του 1922 και κάθε μέρα, αλλά και ώρα που περνούσε, δυνάμωνε το κακό και έφερνε τους δυστυχείς Έλληνες της Ιωνικής γης, σε μεγαλύτερο κίνδυνο, σε δυσκολότερη κατάσταση, πιο κοντά στον βιασμό και στον θάνατο. Ένα καράβι φόρτωνε πρόσφυγες για τα ελληνικά νησιά. Σ’ αυτό προσπάθησε η κυράΔέσποινα να επιβιβάσει εμάς τα παιδιά και τα λίγα πράγματά της. Πάνω στον χαλασμό, όμως, ενώ κουβαλούσε την πραμάτεια της, μ’ άφησε εμένα (τριών ετών μωρό), μόνον σε κάποιο δρόμο, για να γυρίσει να με πάρει. Ο Μιχάλης μας, μεγαλύτερος από μένα, δεν ξεκολλούσε απ’ την φούστα της. Την ακολουθούσε συνεχώς. Φαίνεται όμως ότι όταν έμεινα μοναχός φοβήθηκα και άρχισα να κλαίω. Οπότε, κάποιος που περνούσε, με λυπήθηκε, μ’ άρπαξε στην αγκαλιά του και μ’ επιβίβασε στο πλοίο μαζί του. Τέτοια ώρα, τέτοια λόγια. Η μάνα ανάστατη, σκασμένη και έτοιμη να καταρρεύσει, έτρεχε πάνω-κάτω, ρωτούσε, φώναζε, έψαχνε, έκλαιγε, μέχρι που έχασε το πλοίο, γιατί αυτό σαλπάρισε και απομακρύνθηκε. Αφού εξάντλησε κάθε προσπάθεια και δεν μπόρεσε να με βρει, αναγκάσθηκε να μπει σ’ένα άλλο καΐκι, που θα πήγαινε στη Χίο, με την ελπίδα να είναι ζωντανό το παιδί της, ο Αλέκος της, και να με βρει εκεί. Στη Χίο έψαξε σπιθαμή προς σπιθαμή, και τελικά με βρήκε να κλαίω νηστικός και τρομοκρατημένος στα σκαλιά ενός αρχοντικού. Δεν υπάρχουν λόγια να περιγράψουν την συνάντηση αυτή. Ήταν τόσο ειλικρινής, πραγματική και ζεστή η αγκαλιά της, που άνοιξε για μένα μια για πάντα. Η αγάπη της μ’ ακολούθησε, με πανωσκέπασε και θα μ’ ακολουθεί μέχρι που να κλείσω τα μάτια μου. Απ΄ τη Χίο, μ’ ένα καΐκι, μπορέσαμε να περάσουμε στη Μυτιλήνη, κι απ’ εκεί να φθάσουμε στον Πολιχνίτο. Σε καμιά δεκαριά μέρες ήλθε και ο πατέρας μου. Πράγματι, ένας Τούρκος Αξ/κός που ήταν τακτικός θαμώνας της ταβέρνας, τον διευκόλυνε και τον μπαρκάρισε σ’ ένα πλοίο, που τον έφερε στη Μυτιλήνη. Στη Σκάλα Πολιχνίτουόπου εγκατασταθήκαμε, ο πατέρας μου άνοιξε ένα καφενείο-εστιατόριο. Είχαμε και κάποια περιουσία εδώ. Όταν αργότερα χτίστηκε ο προσφυγικός συνοικισμός, πήραμε κι εμείς ένα σπίτι δυο δωματίων και λύσαμε όπως-όπως το στεγαστικό μας πρόβλημα. Σιγά-σιγά πήραμε στα χέρια μας τον έλεγχο της ζωής μας. Εγώ, άμα τελείωσα το ημιγυμνάσιο Πολιχνίτου, σε ηλικία 17 ετών, πήγα στην Σιβιτανίδειο Σχολή Αθηνών και συγκεκριμένα στον κλάδο Δομικών Έργων. Σε τέσσερα χρόνια πήρα το πτυχίο μου και επέστρεψα στη Σκάλα Πολιχνίτου. Όμως δεν πρόλαβα να το καλοκαταλάβω και βρέθηκα επίστρατος με την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου. Ο πατέρας μου με είχε δηλώσει στον Δήμο Πολιχνίτου, όταν έγινε η αθρόα πολιτογράφηση, ως γεννηθέντα το 1918, αντί του 1919, που ήταν το σωστό. Και τούτο γιατί επειδή έδιναν κάποιο επίδομα στα παιδιά, όλοι τα δήλωναν μικρότερα. Κι ο Τσόρναρος κι ο Γιάννης ο Αϊβαλιώτης είχαν δηλωθεί δεκάδες χρόνια μικρότεροι. Ο πατέρας μου όμως, δεν ξέρω πώς τα μπέρδεψε και θέλοντας να με μικρύνει κατά ένα χρόνο, έδωσε τον πιο μικρό αριθμό το 18 αντί του 19, και έτσι βρέθηκα μεγαλύτερος κατά ένα χρόνο στα μητρώα του Δήμου. Πήγε να το γανώσει και το τρύπησε, που λένε. Η εμπειρία μου απ’ τον πόλεμο, υπήρξε καταλυτική για την υπόλοιπη ζωή μου. Έλαβα μέρος σε πολλές μάχες στην πρώτη γραμμή. Ο Θεός το θέλησε να την σκαπουλάρω και να ξαναγυρίσω στον συνοικισμό στη Σκάλα, ζωντανός. Ακολουθεί η γερμανοκατοχή. Δεν συμβιβάστηκα ποτέ με τον κατακτητή. Βρέθηκα οργανωμένος στο Ε.Α.Μ., χωρίς να διεκδικώ βέβαια δάφνες ηρωισμού και αντίστασης. Απλώς και μόνο έκανα ό,τι έκαναν όλοι οι Πραγματικοί Έλληνες, σε αντίθεση με κάποιους που το έπαιξαν φίλοι των Γερμανών, για να έχουν γεμάτο το στομάχι τους και για να γλυτώσουν από κάποιες αγγαρείες ή κλωτσοπατινάδες. Είχα μια βάρκα με την οποία πήγαινα καθημερινά στο ψάρεμα και πήγα και πολλά «Ταξείδια» με βάρκες σκυλοπνίχτες, στην Μακεδονία, στα Μουδανιά, στ’ Άγιο Όρος, στο Σταυρό, στη Χαλκιδική. Πηγαίναμε δοχεία λάδια και εκεί κάναμε «τράμπα» το λάδι με σιτάρι ή όσπρια, που τα φέρναμε στο νησί για να μην πεθάνουν απ’ την πείνα οι οικογένειές μας. Περιπέτειες μεγάλες. Μια φορά πλησιάζαμε να πιάσουμε τον Αϊ Στράτη και πέσαμε σ’ ένα μπουρίνι, που ξέσπασε απ’ τ’ Άγιο Ορος. Μας έσβησε η μηχανή της βάρκας. Πήραμε το πανί κάτω. Η βάρκα ήταν μια παλιοτσιρνίκα του Γιωργή του Διακορώνη. Βουλιάζαμε κυριολεκτικά. Δώσαμε τα χέρια μας και είπαμε πως ήλθε το τέλος μας. Κάποια στιγμή βλέπω εγώ πως το αμπάρι δεν ήταν γεμάτο νερό, αλλά λάδι απ’ τα βαρέλια που έσπασαν. Και πάτα-πάτα, με τους κουβάδες, πετάξαμε τα λάδια στη θάλασσα και σηκώθηκε η βάρκα και παρασυρθήκαμε κάτω στα ερημονήσια. Με την επαύριο βρεθήκαμε στην Ψαθούρα και απ’ εκεί στον Άγιο Παύλο και γυρίσαμε στο χωριό καταστρεμμένοι, με την ψυχή στο στόμα. Όμως δεν μας έφθαναν τα δεινά που περάσαμε στον πόλεμο και στην γερμανοκατοχή, αλλά ακολούθησε και ο ανταρτοπόλεμος στη χώρα μας. Η ηλικία μου και πάλι ήταν απ’ τις πρώτες που επιστρατεύθηκε και ο ίδιος εγώ, βρέθηκα να παίρνω μέρος απ’ την πρώτη μάχη του Εθνικού μας Στρατού. Πολλές φορές κλείνω τα μάτια μου και προσπαθώ να ξεχάσω τα όσα πέρασα. Να σβήσω απ’ τη μνήμη μου σκηνές, σαν αυτές που έχασα δίπλα μου αγαπητούς μου συναδέλφους-συστρατιώτες. Κι αυτή τη φορά είχα Άγιο. Ο Μεγαλοδύναμος και η ευχή της μάνας μου, με κάλυπταν συνεχώς και σφαίρα δεν μ’ άγγιξε. Με φώτισαν να αναπτύξω πρωτοβουλίες και πρακτικές ασύλληπτες. Τον Γράμμο και το Βίτσι, τα δυο βουνά, όπου κρίθηκε ο εμφύλιος, τα έμαθα και τα ξέρω σπιθαμή προς σπιθαμή. Τα ξέρω καλύτερα απ’ το χωριό μου. Ήμουν ομαδάρχης Λοχίας και μ’ εμπιστευόντουσαν στις πιο δύσκολες αποστολές. Πολλές φορές πάρθηκε η γνώμη και η κρίση μου, από ανωτέρους μου διοικητές, μικρών κλιμακίων βέβαια. Απ’ τη μάνα μου κληρονόμησα τη δύναμη να μπορώ να απολαμβάνω την ψυχική ηρεμία που φέρνει μια κωμική σκηνή ή ένα χιουμοριστικό απρόοπτο, που δημιουργεί πολλές φορές η ίδια η ζωή. Έτσι λοιπόν, θυμάμαι κάποιες σκηνές παρμένες μέσα απ’ την κόλαση του πολέμου, που με κάνουν και τώρα να γελώ. Βρισκόμασταν στο Νεστόριο. Εκεί κρατούσε ο Στρατός ένα ύψωμα με βαρύ οπλισμό. Παραμονές Χριστουγέννων πήραμε την αλληλογραφία και βαδίσαμε για ν’ αντιμετωπίσουμε τους αντάρτες, που συνεχώς πίεζαν την άμυνα του υψώματος. Περνούσαμε τον Αλιάκμονα και εκεί μας είχαν στημένη ενέδρα. Χτύπησαν κανά δυό δικούς μας μ’ ένα πολυβόλο. Όμως οργανωθήκαμε εμείς και τους κατσάραμε. Κατά την διάρκεια όμως της συμπλοκής, ένα στρατιώτης πελώριος, σαν τον Γολιάθ, ονόματι Μαγγανάς, απ’ την Καλαμάτα αν θυμάμαι καλά, έγινε το ρεζίλι του Λόχου μας. Αυτός όλο τον καιρό έκανε τον παλικαρά μέσα στο Λόχο και μας είχε φλομώσει με τις καυχησιές του. «Εγώ είμαι ανηψιός του οπλαρχηγού του Μαγγανά, εγώ κάνω, ράνω, σφάζω» και όλο έδειχνε τα μπράτσα του και την παλικαριά του. Με τις πρώτες ριπές λοιπόν, που έπεσαν και μόλις είδε τους σκοτωμένους δίπλα του, έπαθε μια φοβερή υστερία, έναν πανικό. Επεσε κάτω και έτρεμε και απ’ το στόμα του έβγαζε αφρούς. «Σώσε με κυρ Διοικητά» φώναζε στον Διοικητή μας Κων/νος Γαρμπίλα (αυτός είχε κάνει και στον Πολιχνίτο Λοχαγός, με τα’ αποσπάσματα). Ο Διοικητής μού λέγει: «Στείλε δυο τραυματιοφορείς να τον ξεκουμπίσουν, ρε Λοχία, τον κοπρίτη, θα μου επηρεάσει το ηθικό όλης της μονάδας ο χέσταρος». Πράγματι, δυο Χιώτες τραυματιοφορείς τον άρπαξαν με το φορείο και σαν να σήκωναν κανένα βουβάλι (τόσο βαρούσε ο παλικαράς), τον μετέφεραν στα μετώπισθεν, στα πρανή ενός λόφου. Εκεί τον έθεσαν να ξανασάνουν και ο ένας απ’ αυτούς λέει: «ίντα α το κάνουμε ρε τούτο το βούδι; Μου βγήκενε η γλώσσα». «Ρε συ, για δε καλά μέσα στο ρέμα, βλέπω καλά; Αντάρτες δεν είναι αυτοί που έρχονται κατά πάνω μας;» είπε στα ψέμματα ο δεύτερος και δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει, γιατί οι Χιώτες και πάλι δυο-δυό έκαναν το θαύμα τους. Ο παλικαράς ο Μαγγανάς με δυο-τρία σαλτίδια έπιασε το απυρόβλητο. Μια άλλη φορά, αφού τελείωσε ο Γράμμος και μας είχε υποσχεθεί ο Διοικητής ότι όλους θα σας δώσω άδειες, να πάτε στα σπίτια σας, κατεβήκαμε στην Καστοριά, στο Δισπιλιό, στην άκρια της λίμνης και στρατοπεδέψαμε εκεί. Ενώ περιμέναμε τις άδειες, χτυπά η σάλπιγγα συγκέντρωση. Συγκεντρωθήκαμε και τότε ο Διοικητής μας έσκασε το μυστικό: «Παιδιά, η αποστολή μας δεν τελείωσε ακόμα, έχουμε να πάμε και στο Βίτσι, δεν θα κάνουμε εκεί πάνω από 10 μέρες». Ξεκινήσαμε λοιπόν για το Βίτσι. Στρατοπεδέψαμε με μέτωπο προς το Καϊμακτσαλάν (εκεί που τώρα έχουν χιονοδρομικό κέντρο) για να καταστρώσουν τα σχέδιά τους οι αξιωματικοί. Εκεί λοιπόν ήλθε ο Σωματάρχης ο Στρατηγός Κιτριλάκης. Και άκουσα που είπε στον Ταγματάρχη μας: «Τι τα έχεις και κάθονται τα λεβεντόπαιδα, για 70 ξυπόλυτους που κρατούν το ύψωμα. Αύριο να επιχειρήσεις επίθεση». Ερριξαν καμπόσα βλήματα οι αντάρτες εκείνη την ώρα, και ταυτόχρονα ακούστηκε ένας εκκωφαντικός θόρυβος, ο οποίος μετέδιδε τον αχό του μέσα στη ρεματιά μπάμπα-μπούμπα, που νόμιζες ότι χαλάει ο κόσμος. Ήταν κάτι το πρωτάκουστο. Φοβισμένοι όλοι αναρωτιόμασταν μην απόκτησαν οι αντάρτες κανένα καινούργιο όπλο. Την ίδια στιγμή βλέπουμε τον Στρατηγό να το στρίβει και να γίνεται κυριολεκτικά άφαντος, χωρίς να τελειώσει τις διαταγές του προς τον Διοικητή μας. «Άλλος Μαγγανάς» μουρμουρίσαμε τα «λεβεντόπαιδα» μεταξύ μας. Άμα, μετά την κατάληψη της περιοχής, εξηγήθηκε το κάζο μας, σκάσαμε στα γέλια, για την τρομάρα που πήραμε στο άκουσμα του καινούργιου όπλου των ανταρτών, γιατί αποδείχθηκε ότι για να μας σπάσουν το ηθικό και για να μας εκφοβίσουν, οι αντάρτες είχαν πετάξει μερικά άδεια βαρέλια μέσα στον γκρεμό και όπως αυτά κατρακυλούσαν, δημιουργούσαν τα μπουμπουνητά. Χαράματα με την επαύριο, ο Μυτιληνιός Λοχαγός Καμπαδέλης παίρνει πρωτοβουλία. «Κατά μέτωπον επίθεση» διαταχθήκαμε και κινηθήκαμε. Όμως οι αντάρτες μας έκαναν μια κυκλωτική, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν καμιά δεκαριά παιδιά και να οπισθοχωρήσουμε. Το ύψωμα το καταλάβαμε με καινούργια ενέργεια, αφού μας ήλθαν ενισχύσεις. Προσωπικά είχα την ατυχία, ενώ ήμουν απ’ τους πρώτους που ξεκινήσαμε τις μάχες, να είμαι παρών και στις τελευταίες, που έγιναν στον Γράμμο και στο Βίτσι και έκριναν το τέλος του ανταρτοπολέμου. Επιστρέφω λοιπόν στη Σκάλα Πολιχνίτου και επί 6-7 μήνες ασχολήθηκα και πάλι με την βάρκα μου στο ψάρεμα. Ο τότε τελώνης της Σκάλας, ένας Σαμιώτης, ο Θανάσης Μυλωνάς, ένας παράξενος και ιδιόρρυθμος άνθρωπος που το έπαιζε αρχιεθνικόφρονας, με πήρε μαζί του στη Μυτιλήνη και με βοήθησε να καταθέσω χαρτιά, γιατί είχε βγει μια εγκύκλιος, που έπαιρναν Υπαξ/κούς του Λιμενικού. Όμως δεν εγκρίνανε την ενέργειά του οι εθνικόφρονες του Πολιχνίτου, που με θεωρούσαν Εαμίτη και κουκουέ και έτσι, ενώ είχε εγκριθεί η κατάταξή μου (πράγμα που το διεπίστωσα τυχαίως αργότερα, όταν έπεσε στα χέρια μου ένα χαρτί που έλεγε ότι, σας στέλνουμε τα δικαιολογητικά του δοκίμου Υπαξ/κού του Λιμενικού Αλεξ. Κουμάνια κλπ), εγώ δεν ειδοποιήθηκα ποτέ για να καταταγώ και έτσι έχασα μια ευκαιρία τακτοποίησής μου. Την ίδια τύχη είχα και όταν έδωσα εξετάσεις στο Δημόσιο για Υπομηχανικός στα Δημόσια Τεχνικά Έργα. Για τα δήθεν φρονήματά μου, όχι μόνο δεν με προσέλαβαν, αλλά ούτε καν απάντηση δεν μ’ έδωσαν ποτέ. Επειδή είχα στα χέρια μου το πτυχίο της Σιβιτανιδείου και τα χρόνια μου άρχισαν να περνούν χωρίς κάποια ελπίδα επαγγελματικής αλλά και οικογενειακής αποκατάστασης στο χωριό, πούλησα τη βάρκα μου. Πήρα 17 λίρες και έφυγα για την Αθήνα. Στην αρχή δούλεψα στο Γουδί, σε στρατιωτικά έργα, όχι σαν πτυχιούχος εργοδηγός, αλλά σαν συντηρητής βαφέας. Έκανα 16 μήνες. Μια μέρα, είδα συγκεντρωμένους στην ουρά πολλούς νέους ανθρώπους, μπροστά στην Πρεσβεία του Καναδά. Να μην τα πολυλογώ, αποφάσισα και πήγα και εγώ στην Πρεσβεία. Εκεί όμως είδα ότι όλοι οι υποψήφιοι ήταν μεγαλόσωμοι και γεροδεμένοι, σωστά ντελίνια. Τέτοιους ήθελαν, γιατί τους προόριζαν για τις φάρμες του Καναδά. Όμως λέγω τι θα χάσω να ρωτήσω αν παίρνουν και μένα που ήμουν μικροκαμωμένος, αλλά είχα πτυχίο εργοδηγού δομικών έργων. Πράγματι, έκανα μια αίτηση και μου είπαν να περιμένω ειδοποίηση. Ο καιρός περνούσε. Συνέχιζα να δουλεύω και να περνώ απ’ την Πρεσβεία, για πληροφορίες, οπότε μια μέρα μου ανακοίνωσαν ότι εγκρίθηκε η μετανάστευσή μου. Πάω και κάνω τα κοινωνικά φρονήματα στο 6ο Α.Τ. της Κυψέλης. Αυτοί έστειλαν την αίτησή μου στον Πολιχνίτο, για να γίνει εξακρίβωση. Μια μέρα με κάλεσαν στο Τμήμα αυτό, όπου ο Αστυνόμος μού ανήγγειλε ότι ο Α.Σ. Πολιχνίτου απάντησε ότι δεν δικαιούμαι να μεταναστεύσω γιατί έκανα στο Ε.Α.Μ. Έπεσε ο ουρανός και με πλάκωσε. Καλά, λέγω στον Αστυνόμο, μόνο στο Ε.Α.Μ. έκανα; Στον Γράμμο και στο Βίτσι που υπηρέτησα κατά των ανταρτών, πολεμώντας μέσ’ τη φωτιά, σαν ομαδάρχης πολυβόλου, και σε τόσες εμπιστευτικές υπηρεσίες, τι δουλειά είχα και πήγα; Εγώ θα βάλω μέσα σ’ ένα φάκελο το απολυτήριό μου και τις βεβαιώσεις του Στρατού, που έχω και θα τα στείλω στη Βασίλισσα Φρειδερίκη (γιατί μας υποστήριζε αυτή τότε) και θα πω: να ποια είναι η ανταπόδοση της Χωροφυλακής Πολιχνίτου, σ’όλα αυτά που έκανα». Τότε ο Αστυνόμος με ρώτησε αν έκανα καμιά εξορία στην Μακρόνησο ή αλλού, κι άμα τον διαβεβαίωσα ότι δεν είχα τέτοιες «ασχολίες», με καθησύχασε και έκανε καινούργια χαρτιά. Ο καιρός όμως περνούσε και απάντηση απ’ τον Πολιχνίτο δεν ερχόταν. Είχα δυο μήνες περιθώριο για να φύγω στον Καναδά και θα έχανα την ευκαιρία της μετανάστευσης. Τι να κάνω. Αποφάσισα να πάω στην Γενική Ασφάλεια Αθηνών να παραπονεθώ. Θα πάω, λέγω, και το πολύ-πολύ ν’ αρπάξω και καμιά καρπαζιά, αλλά μπορεί να ξεκαθαρίσει και η υπόθεση. Εκεί τα κατάφερα, ύστερα από περιπέτεια αφάνταστη, να γνωρισθώ με έναν Προϊστάμενο με πολιτική περιβολή, που πέρασα τα μπουριά στη σόμπα του Γραφείου του και αυτός με εξυπηρέτησε, όχι μόνο το διαβατήριο να πάρω στα χέρια μου, αλλά και αντίγραφο του πιστοποιητικού κοινωνικών φρονημάτων, που αυτή τη φορά έγραφε ΜΗΔΕΝ και έτσι ησύχασα. Ήμουν έτοιμος να ξεκινήσω για τον Καναδά, οπότε το επόμενο βράδυ συνάντησα τυχαίως δυο εθνικόφρονες του Πολιχνίτου, όνομα και μη χωριό, απ’ αυτούς που έδερναν και έδιναν τις πληροφορίες στην Χωρ/κή Πολιχνίτου, για τα φρονήματα. Πού βρεθήκατε εδώ ρε; Τους λέγω. Ο ένας έψαχνε να βρει κανένα καράβι να μπαρκάρει και ο άλλος έπλυνε πιάτα σ’ ένα εστιατόριο, Βερανζέρου 22, όπου ήταν μάγειρας ο Δημητρός ο Πατακός. Φέρε τούτο, φέρε τα’ άλλο, να πιοτά, να φαγητά και τους σκάω το μυστικό. Εγώ σας κερνώ απόψε γιατί θέλω να ξοδέψω τα ελληνικά χρήματα που έχω πάνω μου, δεν τα χρειάζομαι πια, δε δυο μέρες φεύγω για τον Καναδά. Να το διαβατήριο, να και το πιστοποιητικό φρονημάτων μου. Βλέπετε ότι δεν μπορέσατε να με βλάψετε τελικά και εσείς και οι όμοιοί σας που είναι στο χωριό, αν και το επιδιώξατε. Λοιπόν η τιμωρία σας είναι να περάσετε μια καλή βραδιά με το πορτοφόλι μου και να μάθετε πως η ανθρωπιά δεν χάθηκε απ’ τον κόσμο. Κατέβασαν το κεφάλι και οι δυο κι ο ένας μού είπε «ε, ας τα ξεχάσουμε πια αυτά ο κόσμος πρέπει ν’ αλλάξει». Επιτέλους έφθασε η πολυπόθητη μέρα και ξεκίνησα απ’ τον Πειραιά μ’ ένα υπερωκεάνιο. Απ’ την πρώτη μέρα τακίμιασα μ’ ένα Πειραιώτη που συνταξιδεύαμε και κάναμε καθημερινά παρέα. Ήταν όμως αρκετοί κουστουμαρισμένοι και γραβατωμένοι, που εκμεταλλευόντουσαν την ευκαιρία να κάνουν σχέσεις και να διασκεδάζουν συνεχώς, αφού το πλοίο είχε και ορχήστρα. Όταν πλησιάζαμε να πιάσουμε τον Καναδά, μας πλησίασαν δυο απ’ αυτούς τους «ανέμελους». Όσο πλησίαζε η πραγματικότητα που θ’ ανταμώναμε στον ξένο τόπο, τους έκανε σκεπτικούς. «Τι κάνετε, ρε παιδιά; Με πρόσκληση πηγαίνετε; Τι ειδικότητα δηλώσατε; Πού θα βγείτε; Έχετε δικούς σας κλπ». Ο ένας ρώτησε εμένα «τι δουλειά κάνεις». Ψαράς τού απάντησα. «Καλά, παίρνουν ψαράδες;». «Τι ξέρω γω, σάμπως ξαναπήγα; Εγώ ψαράς δήλωσα και με πήραν». «Εσύ» ρωτά τον Πειραιώτη, «τι δουλειά κάνεις;». «Εγώ δουλεύω λίγο τη λίμα» απαντά αυτός. «Εσείς τι δουλειά κάνετε, ρε πατριώτες;» ρωτήσαμε εμείς. Ο ένας είπε δημοσιογράφος και ο άλλος τυπογράφος. «Βρε, εσείς θα έχετε μεγάλη εξέλιξη εδώ που πάμε. Σας βλέπουμε σε κανένα Υπουργείο του Καναδά, μπαγάσηδες» τους είπαμε εμείς. Όταν φθάσαμε στο Μόντρεαλ, μας πήγαν σ’ ένα χωριό που απείχε 35 μίλια. Εκεί είχε ένα συγκρότημα κτιρίων και μας είχαν μέσα να μένουμε. Ήμασταν απ’ όλες τις φυλές της Ευρώπης, περίπου 2.000 άνθρωποι. Είχαμε εκεί το φαγητό μας πρωί – μεσημέρι-βράδυ, το τραπέζι, το κρεβάτι μας. Είμαστε μια χαρά. Αφού ο Πειραιώτης ο φίλος μου ο Ζαχαράκης μ’ έλεγε «Ρε Αλεξ, άμα δεν βγουν τα μυρμήγκια, δεν είναι για να βγούμε από δω μέσα». Το κρύο που έκανε έξω, δεν θα μπορούσα ποτέ να το φαντασθώ. Μια μέρα ο Ζαχαράκης μού λέει «θα κάνω μια δοκιμαστική έξοδο, θα πάω σε κανένα φαγάδικο, να πλύνω πιάτα, να κάνω χαρτζιλίκι». Το βράδυ επέστρεψε σκασμένος στα γέλια. «Δεν ξέρεις, ρε Αλεξ, τι έγινε σήμερα. Άμα μπήκα μέσα στη λάντζα για ανάληψη υπηρεσίας, τσακώνω τον δημοσιογράφο και τον τυπογράφο, να παλεύουν να πλύνουν εκατοστές πιάτα και τηγάνια. Βρε πατριώτες, πώς έτσι κι ανταμώσαμε στο ίδιο Υπουργείο, τους λέγω. «Για τη μάσα, πατριωτάκι» μ’ απαντούν. Εν τω μεταξύ βγήκα κι εγώ για δουλειά. Πήγα στην Ελληνική κοινότητα. Δούλεψα την πρώτη εβδομάδα σ’ ένα μπαράκι. Μου έκλεψαν τα λεφτά που εισέπραξα. Στη συνέχεια πήγα στις μπογιές με έναν άλλο φίλο μου. Όμως μια μέρα συνάντησα έναν επίσης φίλος μου, τον Σταύρο απ’ το Κιάτο. Αυτός μου είπε ότι δούλευε μαραγκός σ’ ένα υδροηλεκτρικό έργο καμιά διακοσαριά μίλια μακριά. Ότι είχε δουλειά. Το τεχνικό μεροκάματο ήταν 1,5 δολάρια και το εργατικό 1,10 την ώρα. Και με την επαύριον το απόγευμα να πήγαιναν μαζί του για να πιάσω δουλειά. Πράγματι, πήγα και δούλεψα έξι έως επτά μήνες, μέχρι τις παραμονές των Χριστουγέννων. Οικονόμησα 2-3 χιλιάδες δολάρια. Μεγάλη υπόθεση. Από εκεί πήγα σε άλλη εταιρία στον Αρκτικό. Εκεί γινόντουσαν αμυντικά στρατιωτικά έργα του Καναδά και των Η.Π.Α. έναντι της Ρωσίας. Ήταν απ’ την Γροιλανδία μεριά. Συμβίωσα με Εσκιμώους. Κάθε 10 μίλια είχαν και ένα ραντάρ. Είχαν πιάσει τη ζώνη εκεί. Εκεί κατασκευάζαμε τα οικήματα. Σε λίγες μέρες ο Αρχηφόρμεν με φώναξε και μ’ ανάθεσε τα καθήκοντα του Όϊλμεν. Να τροφοδοτώ με πετρέλαια όλες τις ανάγκες της υπηρεσίας. Εκεί μέρα-νύχτα δουλεύουν οι φωτιές. Πήγαινα με μια μπουλντόζα και τροφοδοτούσα με καύσιμα τα συστήματα και τις μηχανές. Παραμονές Χριστουγέννων έφυγα και πήγα στο Μόντρεαλ. Αφού ξεκουράστηκα ένα διάστημα, επέστρεψα στην ίδια εταιρεία. Αυτή τη φορά μ’ ανέθεσαν πιο υπεύθυνη δουλειά. Σε ένα ραντάρ να στέλνω τους εργάτες και τεχνίτες στη δουλειά και να επιστατώ την εργασία τους και τις ώρες δουλειάς τους. Γουότσμεν λεγόταν η ειδικότητά μου. Εκεί είχε 15 υπό το μηδέν θερμοκρασία. Οι τεχνίτες, που τους κατεβάζαμε να ξεκαλουπώσουν, δεν άντεχαν να εργασθούν πάνω από μισή ώρα και έπρεπε να τους σκατζάρουμε, για να μην παγώσουν. Τέλος πάντων, για να μη γίνομαι κουραστικός, να σας πω ότι δούλεψα επί 8 συνεχή χρόνια στον Καναδά. Επέστρεψα στο χωριό μου. Παντρεύτηκα. Έκανα οικογένεια. Έκανα καλή τοποθέτηση του ιδρώτα μου (της κατάψυξής μου, καλύτερα να πω) και ξαναγύρισα στην αγκαλιά της μεγάλης μου αγάπης, της θάλασσας, ψαρεύοντας αυτή τη φορά, όχι για να επιβιώσω σαν επαγγελματίας, αλλά για να ικανοποιήσω το μεράκι μου, το χόμπι μου. Όμως, για να κλείσω την αφήγησή μου, είμαι υποχρεωμένος να καταθέσω πως η Πατρίδα μου, την οποία λατρεύω και αγαπώ όσο και τη μάνα που με γέννησε, με στεναχώρησε, με πίκρανε και με κατέθλιψε. Ύστερα από δυο πολέμους, στους οποίους με κάλεσε και μ’ έταξε στην πρώτη γραμμή. Δεν μ’ έκρινε άξιο να την υπηρετήσω και στην ειρήνη. Με ήθελε μόνο για τον Πόλεμο. Δεν βρέθηκε μια θέση και για μένα. Ούτε στο Λιμενικό, ούτε για να εργασθώ για την ανοικοδόμησή της. Και σα να μην έφθαναν όλα αυτά, στο τέλος μ’ άφησε και με μια αναξιοπρεπή σύνταξη των 300 ευρώ του ΟΓΑ. Ενώ είχα αρκετά ένσημα ΙΚΑ και πριν και μετά τον Καναδά. (Το Εθνικό Στάδιο Πολιχνίτου εγώ το επιστάτησα). Ενώ είχα κάνει αυτασφάλιση στο ΙΚΑ και πήγαν χαμένες πάνω από ένα εκατομμύριο δραχμές, και ενώ βάσει διεθνούς σύμβασης μπορούσε να μεταφερθεί και η ασφάλιση του Καναδά και να προσμετρηθεί στην Ελλάδα. Ο Θεός όμως είναι μεγάλος και μ’ έδωσε μυαλό και χέρια πανάξια, που όχι μόνο δεν υστερήθηκα τίποτα, αλλά δόξα να έχει, μου έδωσε και πιο πολλά απ’ όσα δικαιούμουνα, και μου έδωσε και μια καρδιά, που όλους όσους προσπάθησαν ή στο τέλος ακόμη και τα κατάφεραν να με βλάψουν, τους έχω συγχωρήσει. Δόξα να έχει ο Θεός. Υπήρξα και είμαι ένας ευτυχισμένος άνθρωπος. Α! και κάτι τελευταίο! Τους πολέμους των ανθρώπων να μην τους φοβάσθε, να παρακαλάτε μη σας ανοίξει ο Θεός πόλεμο». Αλέκο, φίλε μου καλέ, εύχομαι εκεί που βρίσκεσαι τώρα, να υπάρχει ειρήνη και να αναπαυθείς σε τόπο που δεν υπάρχουν πόνοι, οδύνες, θλίψεις, στεναγμοί και ανθρώπινες αδικίες. Εμείς πάντα θα σε θυμόμαστε και θα αντλούμε δύναμη και κουράγιο, τις δύσκολες μέρες που περνάμε, απ’ τα λόγια και τα έργα σου.

Στεναχωρέθηκα αφάνταστα στην αρχή της χρονιάς του 2014, γιατί όταν απουσίαζα στο Μαρούσι, πέθανε στη Μυτιλήνη, χωρίς να το πάρω είδηση, ο καλύτερος φίλος μου, ο Αλέκος Γ. Κουμάνιας. Ο Αλέκος ήταν ο τελευταίος των προσφύγων της Μικρασίας στον Πολιχνίτο. Με το θάνατό του έκλεισε στον Πολιχνίτο για πάντα την θλιβερή ιστορία του διωγμού. Την έκλεισε όμως όχι για να ξεχάσουμε, αλλά για να κρατήσουμε καλά φυλαγμένες, σαν τζιβαέρι, τις εθνικές αναμνήσεις. Τον εξευτελισμό της ανθρώπινης περηφάνιας και της διχόνοιας τα καταστρεπτικά αποτελέσματα.Υπήρξε «μικρός το δέμας», ήταν ένας μικροκαμωμένος άνθρωπος αλλά είχε ψυχή λιονταριού και μυαλό τετραπέρατο.




Εργατικός και ακούραστος. Μεθοδικός και ισορροπημένος. Άνθρωπος που ήξερε ν’ακούει αλλά πάντα να επιλέγει και να πράττει το καλό και σωστό. Ήταν χαριέστατος. Πολλές φορές κρεμόμουν απ’ τα χείλη του, γιατί είχε την τέχνη να εξιστορεί και θαύμαζα με πόση ενάργεια θυμόταν τόπους, ανθρώπους, πράξεις και ενέργειες του καθενός, και με πόση χάρη και σμυρναίικη σπιρτάδα, άφηνε στην κατάλληλη στιγμή να ξεφύγει δήθεν κάποιο καλαμπούρι, που νοστίμιζε σαν αλατοπίπερο την αφήγησή του. Ήταν ένας ενεργός πολίτης που είχε την πολιτική άποψη και κοινωνική επαφή μέχρι το τέλος της ζωής του. Είχε άριστη υγεία και μακροζωία, και ως την τελευταία του ώρα διατήρησε την οξύνοια και διαύγεια 


του νου του.




Σε τούτο το γραπτό μου όμως, αποφάσισα να πρωτοτυπήσω και να περιορισθώ απλώς και μόνο στο να αντιγράψω την κασέτα του μαγνητοφώνου μου και να σας μεταφέρω την εξιστόρηση και τα λόγια του καλού μου φίλου Αλέκου Γ. Κουμάνια, αυτούσια, για να τον φανταστείτε όσοι τον γνωρίζατε σαν νάναι μπροστά σας και για να τον γνωρίσετε, έστω και τώρα, όσοι δεν τον ξέρατε ζωντανό.




«Γεννήθηκα το 1919 στη Σμύρνη Μικρασίας. Πατέρας μου ήταν ο Γεώργιος Κουμάνιας, που ήταν Πολιχνιάτης αλλά βρέθηκε στη Σμύρνη, όπου στο Κορδελιό είχε ένα απ’ τα καλύτερα εστιατόρια. Εκεί παντρεύτηκε και απέκτησε δυο γιούς. Τον αδελφό μου Μιχάλη, πέντ’ έξι χρόνια μεγαλύτερο, και εμένα τον Αλέξανδρο (Αλέκο). Η μάνα μου Δέσποινα, ήταν Καραγιάννενα, γεννημένη στη Σμύρνη, αλλά είχε κι αυτή ρίζες απ’ τον Πολιχνίτο. Η μάνα της ήταν Αλεξανδρήδενα.




Όταν έγινε ο μεγάλος διωγμός των Ελλήνων της Μικρασίας το 1922 και άρχισαν οι πυρπολισμοί και οι σφαγές των Ελλήνων, η μάνα μας άρπαξε εμάς τα δυο παιδιά της και ένα μπόγο και έτρεξε να μας σώσει και να προλάβει να μας φέρει στην Ελλάδα ζωντανούς. Ο πατέρας μου έμεινε παραπίσω μοναχός, μην και μπορέσει να σώσει κάτι απ’ την περιουσία μας. Στην ταβέρνα του σύχναζαν και τρωγόπιναν Αξιωματικοί και Αξιωματούχοι Τούρκοι, που τον καθησύχαζαν και του έλεγαν πως δεν διατρέχει κίνδυνο και ότι αυτοί εγγυόντουσαν για τη ζωή του.




Μέσα στο ξέφρενο πατιρντί. Μέσα στον ορυμαγδό του μίσους και της φονικής αγριότητας, που έβγαζαν οι αγριεμένοι Τούρκοι και ιδίως οι άτακτοι οι «τσέτες», η μάνα μας προτίμησε να μας απομακρύνει απ’ την εστία της φωτιάς, μια ώρα γρηγορότερα. Ήταν Αύγουστος του 1922 και κάθε μέρα, αλλά και ώρα που περνούσε, δυνάμωνε το κακό και έφερνε τους δυστυχείς Έλληνες της Ιωνικής γης, σε μεγαλύτερο κίνδυνο, σε δυσκολότερη κατάσταση, πιο κοντά στον βιασμό και στον θάνατο. Ένα καράβι φόρτωνε πρόσφυγες για τα ελληνικά νησιά. Σ’ αυτό προσπάθησε η κυράΔέσποινα να επιβιβάσει εμάς τα παιδιά και τα λίγα πράγματά της. Πάνω στον χαλασμό, όμως, ενώ κουβαλούσε την πραμάτεια της, μ’ άφησε εμένα (τριών ετών μωρό), μόνον σε κάποιο δρόμο, για να γυρίσει να με πάρει. Ο Μιχάλης μας, μεγαλύτερος από μένα, δεν ξεκολλούσε απ’ την φούστα της. Την ακολουθούσε συνεχώς. Φαίνεται όμως ότι όταν έμεινα μοναχός φοβήθηκα και άρχισα να κλαίω. Οπότε, κάποιος που περνούσε, με λυπήθηκε, μ’ άρπαξε στην αγκαλιά του και μ’ επιβίβασε στο πλοίο μαζί του. Τέτοια ώρα, τέτοια λόγια. Η μάνα ανάστατη, σκασμένη και έτοιμη να καταρρεύσει, έτρεχε πάνω-κάτω, ρωτούσε, φώναζε, έψαχνε, έκλαιγε, μέχρι που έχασε το πλοίο, γιατί αυτό σαλπάρισε και απομακρύνθηκε. Αφού εξάντλησε κάθε προσπάθεια και δεν μπόρεσε να με βρει, αναγκάσθηκε να μπει σ’ένα άλλο καΐκι, που θα πήγαινε στη Χίο, με την ελπίδα να είναι ζωντανό το παιδί της, ο Αλέκος της, και να με βρει εκεί. Στη Χίο έψαξε σπιθαμή προς σπιθαμή, και τελικά με βρήκε να κλαίω νηστικός και τρομοκρατημένος στα σκαλιά ενός αρχοντικού. Δεν υπάρχουν λόγια να περιγράψουν την συνάντηση αυτή. Ήταν τόσο ειλικρινής, πραγματική και ζεστή η αγκαλιά της, που άνοιξε για μένα μια για πάντα. Η αγάπη της μ’ ακολούθησε, με πανωσκέπασε και θα μ’ ακολουθεί μέχρι που να κλείσω τα μάτια μου. Απ΄ τη Χίο, μ’ ένα καΐκι, μπορέσαμε να περάσουμε στη Μυτιλήνη, κι απ’ εκεί να φθάσουμε στον Πολιχνίτο. Σε καμιά δεκαριά μέρες ήλθε και ο πατέρας μου. Πράγματι, ένας Τούρκος Αξ/κός που ήταν τακτικός θαμώνας της ταβέρνας, τον διευκόλυνε και τον μπαρκάρισε σ’ ένα πλοίο, που τον έφερε στη Μυτιλήνη. Στη Σκάλα Πολιχνίτουόπου εγκατασταθήκαμε, ο πατέρας μου άνοιξε ένα καφενείο-εστιατόριο. Είχαμε και κάποια περιουσία εδώ. Όταν αργότερα χτίστηκε ο προσφυγικός συνοικισμός, πήραμε κι εμείς ένα σπίτι δυο δωματίων και λύσαμε όπως-όπως το στεγαστικό μας πρόβλημα. Σιγά-σιγά πήραμε στα χέρια μας τον έλεγχο της ζωής μας. Εγώ, άμα τελείωσα το ημιγυμνάσιο Πολιχνίτου, σε ηλικία 17 ετών, πήγα στην Σιβιτανίδειο Σχολή Αθηνών και συγκεκριμένα στον κλάδο Δομικών Έργων. Σε τέσσερα χρόνια πήρα το πτυχίο μου και επέστρεψα στη Σκάλα Πολιχνίτου. Όμως δεν πρόλαβα να το καλοκαταλάβω και βρέθηκα επίστρατος με την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου. Ο πατέρας μου με είχε δηλώσει στον Δήμο Πολιχνίτου, όταν έγινε η αθρόα πολιτογράφηση, ως γεννηθέντα το 1918, αντί του 1919, που ήταν το σωστό. Και τούτο γιατί επειδή έδιναν κάποιο επίδομα στα παιδιά, όλοι τα δήλωναν μικρότερα. Κι ο Τσόρναρος κι ο Γιάννης ο Αϊβαλιώτης είχαν δηλωθεί δεκάδες χρόνια μικρότεροι. Ο πατέρας μου όμως, δεν ξέρω πώς τα μπέρδεψε και θέλοντας να με μικρύνει κατά ένα χρόνο, έδωσε τον πιο μικρό αριθμό το 18 αντί του 19, και έτσι βρέθηκα μεγαλύτερος κατά ένα χρόνο στα μητρώα του Δήμου. Πήγε να το γανώσει και το τρύπησε, που λένε.




Η εμπειρία μου απ’ τον πόλεμο, υπήρξε καταλυτική για την υπόλοιπη ζωή μου. Έλαβα μέρος σε πολλές μάχες στην πρώτη γραμμή. Ο Θεός το θέλησε να την σκαπουλάρω και να ξαναγυρίσω στον συνοικισμό στη Σκάλα, ζωντανός. Ακολουθεί η γερμανοκατοχή. Δεν συμβιβάστηκα ποτέ με τον κατακτητή. Βρέθηκα οργανωμένος στο Ε.Α.Μ., χωρίς να διεκδικώ βέβαια δάφνες ηρωισμού και αντίστασης. Απλώς και μόνο έκανα ό,τι έκαναν όλοι οι Πραγματικοί Έλληνες, σε αντίθεση με κάποιους που το έπαιξαν φίλοι των Γερμανών, για να έχουν γεμάτο το στομάχι τους και για να γλυτώσουν από κάποιες αγγαρείες ή κλωτσοπατινάδες. Είχα μια βάρκα με την οποία πήγαινα καθημερινά στο ψάρεμα και πήγα και πολλά «Ταξείδια» με βάρκες σκυλοπνίχτες, στην Μακεδονία, στα Μουδανιά, στ’ Άγιο Όρος, στο Σταυρό, στη Χαλκιδική. Πηγαίναμε δοχεία λάδια και εκεί κάναμε «τράμπα» το λάδι με σιτάρι ή όσπρια, που τα φέρναμε στο νησί για να μην πεθάνουν απ’ την πείνα οι οικογένειές μας.




Περιπέτειες μεγάλες. Μια φορά πλησιάζαμε να πιάσουμε τον Αϊ Στράτη και πέσαμε σ’ ένα μπουρίνι, που ξέσπασε απ’ τ’ Άγιο Ορος. Μας έσβησε η μηχανή της βάρκας. Πήραμε το πανί κάτω. Η βάρκα ήταν μια παλιοτσιρνίκα του Γιωργή του Διακορώνη. Βουλιάζαμε κυριολεκτικά. Δώσαμε τα χέρια μας και είπαμε πως ήλθε το τέλος μας. Κάποια στιγμή βλέπω εγώ πως το αμπάρι δεν ήταν γεμάτο νερό, αλλά λάδι απ’ τα βαρέλια που έσπασαν. Και πάτα-πάτα, με τους κουβάδες, πετάξαμε τα λάδια στη θάλασσα και σηκώθηκε η βάρκα και παρασυρθήκαμε κάτω στα ερημονήσια. Με την επαύριο βρεθήκαμε στην Ψαθούρα και απ’ εκεί στον Άγιο Παύλο και γυρίσαμε στο χωριό καταστρεμμένοι, με την ψυχή στο στόμα.




Όμως δεν μας έφθαναν τα δεινά που περάσαμε στον πόλεμο και στην γερμανοκατοχή, αλλά ακολούθησε και ο ανταρτοπόλεμος στη χώρα μας. Η ηλικία μου και πάλι ήταν απ’ τις πρώτες που επιστρατεύθηκε και ο ίδιος εγώ, βρέθηκα να παίρνω μέρος απ’ την πρώτη μάχη του Εθνικού μας Στρατού. Πολλές φορές κλείνω τα μάτια μου και προσπαθώ να ξεχάσω τα όσα πέρασα. Να σβήσω απ’ τη μνήμη μου σκηνές, σαν αυτές που έχασα δίπλα μου αγαπητούς μου συναδέλφους-συστρατιώτες. Κι αυτή τη φορά είχα Άγιο. Ο Μεγαλοδύναμος και η ευχή της μάνας μου, με κάλυπταν συνεχώς και σφαίρα δεν μ’ άγγιξε. Με φώτισαν να αναπτύξω πρωτοβουλίες και πρακτικές ασύλληπτες. Τον Γράμμο και το Βίτσι, τα δυο βουνά, όπου κρίθηκε ο εμφύλιος, τα έμαθα και τα ξέρω σπιθαμή προς σπιθαμή. Τα ξέρω καλύτερα απ’ το χωριό μου.




Ήμουν ομαδάρχης Λοχίας και μ’ εμπιστευόντουσαν στις πιο δύσκολες αποστολές. Πολλές φορές πάρθηκε η γνώμη και η κρίση μου, από ανωτέρους μου διοικητές, μικρών κλιμακίων βέβαια. Απ’ τη μάνα μου κληρονόμησα τη δύναμη να μπορώ να απολαμβάνω την ψυχική ηρεμία που φέρνει μια κωμική σκηνή ή ένα χιουμοριστικό απρόοπτο, που δημιουργεί πολλές φορές η ίδια η ζωή. Έτσι λοιπόν, θυμάμαι κάποιες σκηνές παρμένες μέσα απ’ την κόλαση του πολέμου, που με κάνουν και τώρα να γελώ. Βρισκόμασταν στο Νεστόριο. Εκεί κρατούσε ο Στρατός ένα ύψωμα με βαρύ οπλισμό. Παραμονές Χριστουγέννων πήραμε την αλληλογραφία και βαδίσαμε για ν’ αντιμετωπίσουμε τους αντάρτες, που συνεχώς πίεζαν την άμυνα του υψώματος. Περνούσαμε τον Αλιάκμονα και εκεί μας είχαν στημένη ενέδρα. Χτύπησαν κανά δυό δικούς μας μ’ ένα πολυβόλο. Όμως οργανωθήκαμε εμείς και τους κατσάραμε. Κατά την διάρκεια όμως της συμπλοκής, ένα στρατιώτης πελώριος, σαν τον Γολιάθ, ονόματι Μαγγανάς, απ’ την Καλαμάτα αν θυμάμαι καλά, έγινε το ρεζίλι του Λόχου μας. Αυτός όλο τον καιρό έκανε τον παλικαρά μέσα στο Λόχο και μας είχε φλομώσει με τις καυχησιές του. «Εγώ είμαι ανηψιός του οπλαρχηγού του Μαγγανά, εγώ κάνω, ράνω, σφάζω» και όλο έδειχνε τα μπράτσα του και την παλικαριά του. Με τις πρώτες ριπές λοιπόν, που έπεσαν και μόλις είδε τους σκοτωμένους δίπλα του, έπαθε μια φοβερή υστερία, έναν πανικό. Επεσε κάτω και έτρεμε και απ’ το στόμα του έβγαζε αφρούς. «Σώσε με κυρ Διοικητά» φώναζε στον Διοικητή μας Κων/νος Γαρμπίλα (αυτός είχε κάνει και στον Πολιχνίτο Λοχαγός, με τα’ αποσπάσματα). Ο Διοικητής μού λέγει: «Στείλε δυο τραυματιοφορείς να τον ξεκουμπίσουν, ρε Λοχία, τον κοπρίτη, θα μου επηρεάσει το ηθικό όλης της μονάδας ο χέσταρος». Πράγματι, δυο Χιώτες τραυματιοφορείς τον άρπαξαν με το φορείο και σαν να σήκωναν κανένα βουβάλι (τόσο βαρούσε ο παλικαράς), τον μετέφεραν στα μετώπισθεν, στα πρανή ενός λόφου. Εκεί τον έθεσαν να ξανασάνουν και ο ένας απ’ αυτούς λέει: «ίντα α το κάνουμε ρε τούτο το βούδι; Μου βγήκενε η γλώσσα». «Ρε συ, για δε καλά μέσα στο ρέμα, βλέπω καλά; Αντάρτες δεν είναι αυτοί που έρχονται κατά πάνω μας;» είπε στα ψέμματα ο δεύτερος και δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει, γιατί οι Χιώτες και πάλι δυο-δυό έκαναν το θαύμα τους. Ο παλικαράς ο Μαγγανάς με δυο-τρία σαλτίδια έπιασε το απυρόβλητο.




Μια άλλη φορά, αφού τελείωσε ο Γράμμος και μας είχε υποσχεθεί ο Διοικητής ότι όλους θα σας δώσω άδειες, να πάτε στα σπίτια σας, κατεβήκαμε στην Καστοριά, στο Δισπιλιό, στην άκρια της λίμνης και στρατοπεδέψαμε εκεί. Ενώ περιμέναμε τις άδειες, χτυπά η σάλπιγγα συγκέντρωση. Συγκεντρωθήκαμε και τότε ο Διοικητής μας έσκασε το μυστικό: «Παιδιά, η αποστολή μας δεν τελείωσε ακόμα, έχουμε να πάμε και στο Βίτσι, δεν θα κάνουμε εκεί πάνω από 10 μέρες». Ξεκινήσαμε λοιπόν για το Βίτσι. Στρατοπεδέψαμε με μέτωπο προς το Καϊμακτσαλάν (εκεί που τώρα έχουν χιονοδρομικό κέντρο) για να καταστρώσουν τα σχέδιά τους οι αξιωματικοί. Εκεί λοιπόν ήλθε ο Σωματάρχης ο Στρατηγός Κιτριλάκης. Και άκουσα που είπε στον Ταγματάρχη μας: «Τι τα έχεις και κάθονται τα λεβεντόπαιδα, για 70 ξυπόλυτους που κρατούν το ύψωμα. Αύριο να επιχειρήσεις επίθεση». Ερριξαν καμπόσα βλήματα οι αντάρτες εκείνη την ώρα, και ταυτόχρονα ακούστηκε ένας εκκωφαντικός θόρυβος, ο οποίος μετέδιδε τον αχό του μέσα στη ρεματιά μπάμπα-μπούμπα, που νόμιζες ότι χαλάει ο κόσμος. Ήταν κάτι το πρωτάκουστο. Φοβισμένοι όλοι αναρωτιόμασταν μην απόκτησαν οι αντάρτες κανένα καινούργιο όπλο. Την ίδια στιγμή βλέπουμε τον Στρατηγό να το στρίβει και να γίνεται κυριολεκτικά άφαντος, χωρίς να τελειώσει τις διαταγές του προς τον Διοικητή μας. «Άλλος Μαγγανάς» μουρμουρίσαμε τα «λεβεντόπαιδα» μεταξύ μας.




Άμα, μετά την κατάληψη της περιοχής, εξηγήθηκε το κάζο μας, σκάσαμε στα γέλια, για την τρομάρα που πήραμε στο άκουσμα του καινούργιου όπλου των ανταρτών, γιατί αποδείχθηκε ότι για να μας σπάσουν το ηθικό και για να μας εκφοβίσουν, οι αντάρτες είχαν πετάξει μερικά άδεια βαρέλια μέσα στον γκρεμό και όπως αυτά κατρακυλούσαν, δημιουργούσαν τα μπουμπουνητά.




Χαράματα με την επαύριο, ο Μυτιληνιός Λοχαγός Καμπαδέλης παίρνει πρωτοβουλία. «Κατά μέτωπον επίθεση» διαταχθήκαμε και κινηθήκαμε. Όμως οι αντάρτες μας έκαναν μια κυκλωτική, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν καμιά δεκαριά παιδιά και να οπισθοχωρήσουμε. Το ύψωμα το καταλάβαμε με καινούργια ενέργεια, αφού μας ήλθαν ενισχύσεις. Προσωπικά είχα την ατυχία, ενώ ήμουν απ’ τους πρώτους που ξεκινήσαμε τις μάχες, να είμαι παρών και στις τελευταίες, που έγιναν στον Γράμμο και στο Βίτσι και έκριναν το τέλος του ανταρτοπολέμου.




Επιστρέφω λοιπόν στη Σκάλα Πολιχνίτου και επί 6-7 μήνες ασχολήθηκα και πάλι με την βάρκα μου στο ψάρεμα. Ο τότε τελώνης της Σκάλας, ένας Σαμιώτης, ο Θανάσης Μυλωνάς, ένας παράξενος και ιδιόρρυθμος άνθρωπος που το έπαιζε αρχιεθνικόφρονας, με πήρε μαζί του στη Μυτιλήνη και με βοήθησε να καταθέσω χαρτιά, γιατί είχε βγει μια εγκύκλιος, που έπαιρναν Υπαξ/κούς του Λιμενικού. Όμως δεν εγκρίνανε την ενέργειά του οι εθνικόφρονες του Πολιχνίτου, που με θεωρούσαν Εαμίτη και κουκουέ και έτσι, ενώ είχε εγκριθεί η κατάταξή μου (πράγμα που το διεπίστωσα τυχαίως αργότερα, όταν έπεσε στα χέρια μου ένα χαρτί που έλεγε ότι, σας στέλνουμε τα δικαιολογητικά του δοκίμου Υπαξ/κού του Λιμενικού Αλεξ. Κουμάνια κλπ), εγώ δεν ειδοποιήθηκα ποτέ για να καταταγώ και έτσι έχασα μια ευκαιρία τακτοποίησής μου. Την ίδια τύχη είχα και όταν έδωσα εξετάσεις στο Δημόσιο για Υπομηχανικός στα Δημόσια Τεχνικά Έργα. Για τα δήθεν φρονήματά μου, όχι μόνο δεν με προσέλαβαν, αλλά ούτε καν απάντηση δεν μ’ έδωσαν ποτέ.




Επειδή είχα στα χέρια μου το πτυχίο της Σιβιτανιδείου και τα χρόνια μου άρχισαν να περνούν χωρίς κάποια ελπίδα επαγγελματικής αλλά και οικογενειακής αποκατάστασης στο χωριό, πούλησα τη βάρκα μου. Πήρα 17 λίρες και έφυγα για την Αθήνα. Στην αρχή δούλεψα στο Γουδί, σε στρατιωτικά έργα, όχι σαν πτυχιούχος εργοδηγός, αλλά σαν συντηρητής βαφέας. Έκανα 16 μήνες. Μια μέρα, είδα συγκεντρωμένους στην ουρά πολλούς νέους ανθρώπους, μπροστά στην Πρεσβεία του Καναδά. Να μην τα πολυλογώ, αποφάσισα και πήγα και εγώ στην Πρεσβεία. Εκεί όμως είδα ότι όλοι οι υποψήφιοι ήταν μεγαλόσωμοι και γεροδεμένοι, σωστά ντελίνια. Τέτοιους ήθελαν, γιατί τους προόριζαν για τις φάρμες του Καναδά. Όμως λέγω τι θα χάσω να ρωτήσω αν παίρνουν και μένα που ήμουν μικροκαμωμένος, αλλά είχα πτυχίο εργοδηγού δομικών έργων. Πράγματι, έκανα μια αίτηση και μου είπαν να περιμένω ειδοποίηση. Ο καιρός περνούσε. Συνέχιζα να δουλεύω και να περνώ απ’ την Πρεσβεία, για πληροφορίες, οπότε μια μέρα μου ανακοίνωσαν ότι εγκρίθηκε η μετανάστευσή μου. Πάω και κάνω τα κοινωνικά φρονήματα στο 6ο Α.Τ. της Κυψέλης. Αυτοί έστειλαν την αίτησή μου στον Πολιχνίτο, για να γίνει εξακρίβωση. Μια μέρα με κάλεσαν στο Τμήμα αυτό, όπου ο Αστυνόμος μού ανήγγειλε ότι ο Α.Σ. Πολιχνίτου απάντησε ότι δεν δικαιούμαι να μεταναστεύσω γιατί έκανα στο Ε.Α.Μ. Έπεσε ο ουρανός και με πλάκωσε. Καλά, λέγω στον Αστυνόμο, μόνο στο Ε.Α.Μ. έκανα; Στον Γράμμο και στο Βίτσι που υπηρέτησα κατά των ανταρτών, πολεμώντας μέσ’ τη φωτιά, σαν ομαδάρχης πολυβόλου, και σε τόσες εμπιστευτικές υπηρεσίες, τι δουλειά είχα και πήγα; Εγώ θα βάλω μέσα σ’ ένα φάκελο το απολυτήριό μου και τις βεβαιώσεις του Στρατού, που έχω και θα τα στείλω στη Βασίλισσα Φρειδερίκη (γιατί μας υποστήριζε αυτή τότε) και θα πω: να ποια είναι η ανταπόδοση της Χωροφυλακής Πολιχνίτου, σ’όλα αυτά που έκανα». Τότε ο Αστυνόμος με ρώτησε αν έκανα καμιά εξορία στην Μακρόνησο ή αλλού, κι άμα τον διαβεβαίωσα ότι δεν είχα τέτοιες «ασχολίες», με καθησύχασε και έκανε καινούργια χαρτιά. Ο καιρός όμως περνούσε και απάντηση απ’ τον Πολιχνίτο δεν ερχόταν. Είχα δυο μήνες περιθώριο για να φύγω στον Καναδά και θα έχανα την ευκαιρία της μετανάστευσης. Τι να κάνω. Αποφάσισα να πάω στην Γενική Ασφάλεια Αθηνών να παραπονεθώ. Θα πάω, λέγω, και το πολύ-πολύ ν’ αρπάξω και καμιά καρπαζιά, αλλά μπορεί να ξεκαθαρίσει και η υπόθεση. Εκεί τα κατάφερα, ύστερα από περιπέτεια αφάνταστη, να γνωρισθώ με έναν Προϊστάμενο με πολιτική περιβολή, που πέρασα τα μπουριά στη σόμπα του Γραφείου του και αυτός με εξυπηρέτησε, όχι μόνο το διαβατήριο να πάρω στα χέρια μου, αλλά και αντίγραφο του πιστοποιητικού κοινωνικών φρονημάτων, που αυτή τη φορά έγραφε ΜΗΔΕΝ και έτσι ησύχασα. Ήμουν έτοιμος να ξεκινήσω για τον Καναδά, οπότε το επόμενο βράδυ συνάντησα τυχαίως δυο εθνικόφρονες του Πολιχνίτου, όνομα και μη χωριό, απ’ αυτούς που έδερναν και έδιναν τις πληροφορίες στην Χωρ/κή Πολιχνίτου, για τα φρονήματα. Πού βρεθήκατε εδώ ρε; Τους λέγω. Ο ένας έψαχνε να βρει κανένα καράβι να μπαρκάρει και ο άλλος έπλυνε πιάτα σ’ ένα εστιατόριο, Βερανζέρου 22, όπου ήταν μάγειρας ο Δημητρός ο Πατακός. Φέρε τούτο, φέρε τα’ άλλο, να πιοτά, να φαγητά και τους σκάω το μυστικό. Εγώ σας κερνώ απόψε γιατί θέλω να ξοδέψω τα ελληνικά χρήματα που έχω πάνω μου, δεν τα χρειάζομαι πια, δε δυο μέρες φεύγω για τον Καναδά. Να το διαβατήριο, να και το πιστοποιητικό φρονημάτων μου. Βλέπετε ότι δεν μπορέσατε να με βλάψετε τελικά και εσείς και οι όμοιοί σας που είναι στο χωριό, αν και το επιδιώξατε. Λοιπόν η τιμωρία σας είναι να περάσετε μια καλή βραδιά με το πορτοφόλι μου και να μάθετε πως η ανθρωπιά δεν χάθηκε απ’ τον κόσμο. Κατέβασαν το κεφάλι και οι δυο κι ο ένας μού είπε «ε, ας τα ξεχάσουμε πια αυτά ο κόσμος πρέπει ν’ αλλάξει».




Επιτέλους έφθασε η πολυπόθητη μέρα και ξεκίνησα απ’ τον Πειραιά μ’ ένα υπερωκεάνιο. Απ’ την πρώτη μέρα τακίμιασα μ’ ένα Πειραιώτη που συνταξιδεύαμε και κάναμε καθημερινά παρέα. Ήταν όμως αρκετοί  κουστουμαρισμένοι και γραβατωμένοι, που εκμεταλλευόντουσαν την ευκαιρία να κάνουν σχέσεις και να διασκεδάζουν συνεχώς, αφού το πλοίο είχε και ορχήστρα. Όταν πλησιάζαμε να πιάσουμε τον Καναδά, μας πλησίασαν δυο απ’ αυτούς τους «ανέμελους». Όσο πλησίαζε η πραγματικότητα που θ’ ανταμώναμε στον ξένο τόπο, τους έκανε σκεπτικούς. «Τι κάνετε, ρε παιδιά; Με πρόσκληση πηγαίνετε; Τι ειδικότητα δηλώσατε; Πού θα βγείτε; Έχετε δικούς σας κλπ». Ο ένας ρώτησε εμένα «τι δουλειά κάνεις». Ψαράς τού απάντησα. «Καλά, παίρνουν ψαράδες;». «Τι ξέρω γω, σάμπως ξαναπήγα; Εγώ ψαράς δήλωσα και με πήραν». «Εσύ» ρωτά τον Πειραιώτη, «τι δουλειά κάνεις;». «Εγώ δουλεύω λίγο τη λίμα» απαντά αυτός. «Εσείς τι δουλειά κάνετε, ρε πατριώτες;» ρωτήσαμε εμείς. Ο ένας είπε δημοσιογράφος και ο άλλος τυπογράφος. «Βρε, εσείς θα έχετε μεγάλη εξέλιξη εδώ που πάμε. Σας βλέπουμε σε κανένα Υπουργείο του Καναδά, μπαγάσηδες» τους είπαμε εμείς.




Όταν φθάσαμε στο Μόντρεαλ, μας πήγαν σ’ ένα χωριό που απείχε 35 μίλια. Εκεί είχε ένα συγκρότημα κτιρίων και μας είχαν μέσα να μένουμε. Ήμασταν απ’ όλες τις φυλές της Ευρώπης, περίπου 2.000 άνθρωποι. Είχαμε εκεί το φαγητό μας πρωί – μεσημέρι-βράδυ, το τραπέζι, το κρεβάτι μας. Είμαστε μια χαρά. Αφού ο Πειραιώτης ο φίλος μου ο Ζαχαράκης μ’ έλεγε «Ρε Αλεξ, άμα δεν βγουν τα μυρμήγκια, δεν είναι για να βγούμε από δω μέσα». Το κρύο που έκανε έξω, δεν θα μπορούσα ποτέ να το φαντασθώ. Μια μέρα ο Ζαχαράκης μού λέει «θα κάνω μια δοκιμαστική έξοδο, θα πάω σε κανένα φαγάδικο, να πλύνω πιάτα, να κάνω χαρτζιλίκι». Το βράδυ επέστρεψε σκασμένος στα γέλια. «Δεν ξέρεις, ρε Αλεξ, τι έγινε σήμερα. Άμα μπήκα μέσα στη λάντζα για ανάληψη υπηρεσίας, τσακώνω τον δημοσιογράφο και τον τυπογράφο, να παλεύουν να πλύνουν εκατοστές πιάτα και τηγάνια. Βρε πατριώτες, πώς έτσι κι ανταμώσαμε στο ίδιο Υπουργείο, τους λέγω. «Για τη μάσα, πατριωτάκι» μ’ απαντούν.




Εν τω μεταξύ βγήκα κι εγώ για δουλειά. Πήγα στην Ελληνική κοινότητα. Δούλεψα την πρώτη εβδομάδα σ’ ένα μπαράκι. Μου έκλεψαν τα λεφτά που εισέπραξα. Στη συνέχεια πήγα στις μπογιές με έναν άλλο φίλο μου. Όμως μια μέρα συνάντησα έναν επίσης φίλος μου, τον Σταύρο απ’ το Κιάτο. Αυτός μου είπε ότι δούλευε μαραγκός σ’ ένα υδροηλεκτρικό έργο καμιά διακοσαριά μίλια μακριά. Ότι είχε δουλειά. Το τεχνικό μεροκάματο ήταν 1,5 δολάρια και το εργατικό 1,10 την ώρα. Και με την επαύριον το απόγευμα να πήγαιναν μαζί του για να πιάσω δουλειά. Πράγματι, πήγα και δούλεψα έξι έως επτά μήνες, μέχρι τις παραμονές των Χριστουγέννων. Οικονόμησα 2-3 χιλιάδες δολάρια. Μεγάλη υπόθεση. Από εκεί πήγα σε άλλη εταιρία στον Αρκτικό. Εκεί γινόντουσαν αμυντικά στρατιωτικά έργα του Καναδά και των Η.Π.Α. έναντι της Ρωσίας. Ήταν απ’ την Γροιλανδία μεριά. Συμβίωσα με Εσκιμώους. Κάθε 10 μίλια είχαν και ένα ραντάρ. Είχαν πιάσει τη ζώνη εκεί. Εκεί κατασκευάζαμε τα οικήματα. Σε λίγες μέρες ο Αρχηφόρμεν με φώναξε και μ’ ανάθεσε τα καθήκοντα του Όϊλμεν. Να τροφοδοτώ με πετρέλαια όλες τις ανάγκες της υπηρεσίας. Εκεί μέρα-νύχτα δουλεύουν οι φωτιές. Πήγαινα με μια μπουλντόζα και τροφοδοτούσα με καύσιμα τα συστήματα και τις μηχανές. Παραμονές Χριστουγέννων έφυγα και πήγα στο Μόντρεαλ. Αφού ξεκουράστηκα ένα διάστημα, επέστρεψα στην ίδια εταιρεία. Αυτή τη φορά μ’ ανέθεσαν πιο υπεύθυνη δουλειά. Σε ένα ραντάρ να στέλνω τους εργάτες και τεχνίτες στη δουλειά και να επιστατώ την εργασία τους και τις ώρες δουλειάς τους. Γουότσμεν λεγόταν η ειδικότητά μου. Εκεί είχε 15 υπό το μηδέν θερμοκρασία. Οι τεχνίτες, που τους κατεβάζαμε να ξεκαλουπώσουν, δεν άντεχαν να εργασθούν πάνω από μισή ώρα και έπρεπε να τους σκατζάρουμε, για να μην παγώσουν.  




Τέλος πάντων, για να μη γίνομαι κουραστικός, να σας πω ότι δούλεψα επί 8 συνεχή χρόνια στον Καναδά. Επέστρεψα στο χωριό μου. Παντρεύτηκα. Έκανα οικογένεια. Έκανα καλή τοποθέτηση του ιδρώτα μου (της κατάψυξής μου, καλύτερα να πω) και ξαναγύρισα στην αγκαλιά της μεγάλης μου αγάπης, της θάλασσας, ψαρεύοντας αυτή τη φορά, όχι για να επιβιώσω σαν επαγγελματίας, αλλά για να ικανοποιήσω το μεράκι μου, το χόμπι μου.




Όμως, για να κλείσω την αφήγησή μου, είμαι υποχρεωμένος να καταθέσω πως η Πατρίδα μου, την οποία λατρεύω και αγαπώ όσο και τη μάνα που με γέννησε, με στεναχώρησε, με πίκρανε και με κατέθλιψε. Ύστερα από δυο πολέμους, στους οποίους με κάλεσε και μ’ έταξε στην πρώτη γραμμή. Δεν μ’ έκρινε άξιο να την υπηρετήσω και στην ειρήνη. Με ήθελε μόνο για τον Πόλεμο. Δεν βρέθηκε μια θέση και για μένα. Ούτε στο Λιμενικό, ούτε για να εργασθώ για την ανοικοδόμησή της. Και σα να μην έφθαναν όλα αυτά, στο τέλος μ’ άφησε και με μια αναξιοπρεπή σύνταξη των 300 ευρώ του ΟΓΑ. Ενώ είχα αρκετά ένσημα ΙΚΑ και πριν και μετά τον Καναδά. (Το Εθνικό Στάδιο Πολιχνίτου εγώ το επιστάτησα). Ενώ είχα κάνει αυτασφάλιση στο ΙΚΑ και πήγαν χαμένες πάνω από ένα εκατομμύριο δραχμές, και ενώ βάσει διεθνούς σύμβασης μπορούσε να μεταφερθεί και η ασφάλιση του Καναδά και να προσμετρηθεί στην Ελλάδα. Ο Θεός όμως είναι μεγάλος και μ’ έδωσε μυαλό και χέρια πανάξια, που όχι μόνο δεν υστερήθηκα τίποτα, αλλά δόξα να έχει, μου έδωσε και πιο πολλά απ’ όσα δικαιούμουνα, και μου έδωσε και μια καρδιά, που όλους όσους προσπάθησαν ή στο τέλος ακόμη και τα κατάφεραν να με βλάψουν, τους έχω συγχωρήσει. Δόξα να έχει ο Θεός. Υπήρξα και είμαι ένας ευτυχισμένος άνθρωπος. Α! και κάτι τελευταίο! Τους πολέμους των ανθρώπων να μην τους φοβάσθε, να παρακαλάτε μη σας ανοίξει ο Θεός πόλεμο».




Αλέκο, φίλε μου καλέ, εύχομαι εκεί που βρίσκεσαι τώρα, να υπάρχει ειρήνη και να αναπαυθείς σε τόπο που δεν υπάρχουν πόνοι, οδύνες, θλίψεις, στεναγμοί και ανθρώπινες αδικίες. Εμείς πάντα θα σε θυμόμαστε και θα αντλούμε δύναμη και κουράγιο, τις δύσκολες μέρες που περνάμε, απ’ τα λόγια και τα έργα σου.