Κάπως άκαιρα, αφού διανύουμε την πασχαλινή περίοδο, αποφάσισα να γράψω και καταγράψω τις αναμνήσεις μου, απ' την γιορταστική περίοδο της Αποκριάς και για κάποια απ' τα δρώμενα που ελάμβαναν χώρα στο χωριό μας, τις δεκαετίες 1940-1950 και ειδικότερα στην Σκάλα Πολιχνίτου, όπου γεννήθηκα και μεγάλωσα. Απλός κόσμος! Ταλαιπωρημένοι και κουρασμένοι άνθρωποι. Στερημένοι όλοι από υλικά αγαθά. Εύρισκαν την ευκαιρία κάνοντας το «αντέτ», στο όνομα δηλαδή του εθίμου, να ξεσκάσουν, να ξεδώσουν, να γελάσουν, μεταμορφωμένοι πολλές φορές με μουτζούρα απ' το τηγάνι ή με καμιά αρνίσια προβιά.


Όλη την εβδομάδα της Αποκριάς, μέχρι και την Καθαρή Δευτέρα, που η Σκάλα λόγω των θαλασσινών (αχινοί, χτένια, μύδια, καλόγνωμες, σουπιές, χταπόδια και καλαμάρια) είχε την τιμητικής της. Κατέβαιναν απ' τον Πολιχνίτο, αλλά και απ' το Λισβόρι και ιδίως απ' τα Βασιλικά, πολλές οικογένειες για να διασκεδάσουν. Τότε ήταν που, κάποιοι απ' τους ντόπιους Σκαλιώτες, μεταμφιεσμένοι ή μουτζουρωμένοι, σκορπούσαν τα γέλια με τα καμώματά τους. Μουσικές έπαιζαν και ξαναέπαιζαν μπροστά ή μέσα στα καφενεία, ανάλογα με τον καιρό, τα τραγούδια της Αποκριάς. «Μηλιά, μωρέ μηλιά μου πού’σαι στο γκρεμό, μηλιά μου πού’σαι στο γκρεμό με μήλα φορτωμένη, τα μήλα σου λιμπίστηκα μα το γκρεμό φοβούμι...» και το «η κλώσσα τα πουλιά δε τά'βγαλει σουστά... Κλώσσα μ' του κακνίς δε στό'πιασει κανείς, μόνου γω θα σι του πιάσου τσι θα σι του ξιμαλλιάσου. Τσ' ένας πιτινός μιγάλους τσι τρανός, μας την πλάκουσι τη κλώσσα μπρος τ' παπά τσ' Μτζούρ τη μπόρτα». Ακόμα έπαιζαν το «πως του τρίβγιν του πιπέρ' του διαβόλ' γι καλουγέρ'» και το «Χόριψι αράπη, δεν έχου κέφι, χόρεψι καλύτερα α σι δώσου πίτιρα».


Ο πιο ωραίος τύπος, χαρισματικός ηθοποιός, θάλεγε κανείς, πραγματικό πηγαίο κωμικό ταλέντο ήταν ο αείμνηστος Χρήστος Διαμαντάρας. Λιμενεργάτης στο λιμάνι της Σκάλας αλλά και ψαράς. Μουτζουρωνόταν κι έκανε την αραπίνα ή τον αράπη. Ήταν τόσο αρμονικές, αλλά και αστείες οι κινήσεις και οι κουβέντες του, που έκανε τον κόσμο να ξεκαρδίζεται απ' τα γέλια. Τούτος όμως μουτζουρωνόταν και πλυνόταν μόνος του, δεν έδινε το δικαίωμα σ' άλλους να τον περιπαίζουν· ήξερε μέχρι πού έφταναν τα όρια της δικής του πλάκας και ήλεγχε τις πράξεις του, όσο πιοτό και αν είχε πιεί. Ενώ ένας άλλος βρακάς απ' τον Πολιχνίτο, ο «Κατουρλάς», που κατέβαινε κι αυτός στη Σκάλα και τον πασάλειβαν με τηγανομουτζούρα οι συμπότες του, πήγαινε στη γριά του μισοπλυμένος-μισομουτζουρωμένος. «Ελα βρε ξ'τιανέ να σι βράσου μουμάτ' νιρό να ξιμτζουρώ(ι)ς ντ μούρ'σ» του έλεγε η γριά του. Κι αυτός απαντούσε: «Ε ξέρ'ς μουρή γ(ι)ναίκα πους χιόνια που δε λειώνιν πιριμένιν τσ' άλλα να πέσιν; Ε, γι' αυτό ε ντ καλουπλούνου τς μούρη μ', γιατί αύριγιου πάλι θα μι ξαναμτζουρώσιν».


Ο Διαμαντάρας λοιπόν, μέσα στα πλαίσια της αποκριάτικης γιορτής, παρουσίαζε και ένα ξεκαρδιστικό σκετς, που μάλλον δικής του έμπνευσης ήταν. Αλλάζοντας τη φωνή του με απόλυτη επιτυχία, παρουσίαζε έναν παπά-πνευματικό τον παπαΜανώλη, που τον καλούσαν να εξομολογήσει. «Βρε, παπαΜανώλη».. «Ιντα διάβολο τον θέλεις τον παπαΜανώλη;» «Ηλθε μια γριά γριούλα για να εξομολογηθεί να σου πει τα κρίματά της, ίσως και συγχωρεθεί». «Πες της να φύγει απ' εμπρός μου ο εχθρός της ψυχής και του σώματός μου, και εγώ τέτοιες γριούλες δεν τις εξομολογώ». «Βρε παπαΜανώλη ήλθε μία μικρή-μικρούλα για να εξομολογηθεί, να σου πει τα κρίματά της, ίσως και συγχωρεθεί». «Πες της να τρέξει εμπρός μου η χαρά της ψυχής και του σώματός μου, γιατί εγώ μόνο μικρούλες ξέρω να ξομολογώ». «Με αγάπησ' ένας νέος, τον αγάπησα κι εγώ, με εφίλησε εκείνος, τον εφίλησα κι εγώ», εξομολογείται η μικρούλα, κι ο εξομολόγος: «Το φιλί δεν είναι κρίμα, είναι πράμα ιερό, ως κι εγώ θα σε φιλήσω πού'μαι και πνευματικός». - «Μη με κάνεις και φωνάξω και μ' ακούσει η γειτονιά, θα το πούνε στο Δεσπότη να σου κόψει τα μαλλιά». «Πριν το μάθει ο Δεσπότης και μου κόψει τα μαλλιά, θα σε πάω να κρυφτούμε στον απάνω μαχαλά».


Όμως και η αξέχαστη θειά Αθηνά, η Καρπέταινα, που ήταν κανδηλανάφτρα στον Άγιο Γιάννη στη Σκάλα, ήταν κι αυτή -Θεός σχωρέστην- μια πανέξυπνη γριούλα. Συγχρόνως όμως ήταν και πολύ αστεία, ετοιμόλογη και αξιαγάπητη από μικρούς και μεγάλους. Παρίστανε πολλές φορές την αφελή και αυτοί που δεν την ήξεραν πίστευαν πως, όχι μόνο αφελής αλλά και πνευματικά καθυστερημένη ήταν. Λέγεται πως στην Αθήνα, που είχε πάει με τη βράκα της, να δει τα παιδιά και τα εγγόνια της, την ώρα που έμπαινε σ' ένα τραμ, άφησε έξω απ' την πόρτα τις παντόφλες της και όλοι νόμισαν πως τό'κανε από συνήθεια, όπως όταν έμπαινε σε κάποιο σαλόνι. Όλοι έτρεξαν να προλάβουν να πάρουν τις παντόφλες μη ξεκινήσει το τραμ και μείνουν απ' έξω, κι αυτή είχε σκάσει στα γέλια, που μπόρεσε και υποκρίθηκε την αφελή και που όλοι αυτοί την πίστεψαν.


Μια άλλη φορά, πλησίασε σε μια βιτρίνα, όπου ένας κούκλος ντυμένος, κρατούσε ένα ωραίο κεφαλομάντηλο. «Πόσα του δίν(ι)ς του τσιμπέρ' βρε;» ρωτάει τον κούκλο. Και ενώ παραμένει για λίγο αναπάντητη, συνεχίζει: «Μη μλης τσι θα σι πάρου ντ' λαλιά σ'. Άντι βρε, ψουμιά στου μουναστήρ'. Σα νέχ(ι) του πουρτουφόλι μ' παράδις, του παίρνου τσι απ' αλλού». Οι παριστάμενοι, και ιδίως οι δικοί της που τη συνόδευαν, έσκασαν στα γέλια, όπως ήταν φυσικό, αλλά και η ίδια που σκηνοθέτησε τη σκηνή, γέλασε με την καρδιά της, που μπόρεσε να ξεγελάσει τους αφελείς Αθηναίους, που αφελή την ίδια εθεώρησαν.


Η γιαγιά Αθηνά λοιπόν, τις ημέρες της Αποκριάς στη Σκάλα Πολιχνίτου, σκεπασμένη με μια χρωματιστή κουβέρτα, σαν δήθεν ιερατικό άμφιο. Με ένα κομμάτι αρνίσια προβιά στη μούρη της για γένια και με ένα σκελετό γυαλιών, χωρίς τζάμια, στα μάτια της, κρατώντας ένα μπακαλοτέφτερο για ευαγγέλιο, ανέβαινε σ' ένα τραπέζι μέσα στο καφενείο, γιατί ήταν και μικροκαμωμένη, και άρχιζε: «Τον καιρόν εκείνον η μάνα μου μ' έκανε μια βρακοζώνα για να μην πέφτει το βρακί μου και φαίνεται η κοκόνα μου. Η βρακοζώνα όμως έσπασε και φάνηκε η κοκόνα μου. Την είδαν οι λεύτερες και τρομάξανε. Γιατί λεύτερες τρομάξατε; Γιατί πρώτη φορά την είδαμε και ακόμα δεν την απασκάσαμε. Την είδαν οι παντρεμένες και γελάσανε. Γιατί παντρεμένες γελάσατε; Γιατί ακόμα δεν την χορτάσαμε. Την είδα όμως και οι χήρες και κλάψανε. Γιατί χήρες εκλάψατε; Γιατί την είχαμε και προτού την χορτάσουμε, την χάσαμε».


Κι άλλα πολλά, από άλλους, αδιάντροπα όμως, λεγόντουσαν, που παρά το γεγονός ότι είναι καταγεγραμμένα, φρονούμε ότι δεν είναι σωστό να τα μεταφέρουμε σ' ένα σοβαρό έντυπο, που διαβάζεται και από μικρά παιδιά.


Πάντως το γλέντι κρατούσε επί αρκετές μέρες στη Σκάλα, με αποκορύφωμα φαγοποτιού αυτό της Καθαρής Δευτέρας. Ο κόσμος παρόλα τα προβλήματα οικονομικής στενότητας, που είχε και τότε όπως και σήμερα, είχε σύμπνοια, είχε αγάπη ο ένας για τον άλλο. Δεν έψαχναν να βρουν σημείο αντιλεγόμενο για να παρεξηγηθούν και να χαλάσουν το κέφι τους. Έπιναν όχι για να κάνουν ζημιά, αλλά για να διασκεδάσουν και να ξεχαστούν.


Εκτιμούσαν τον αστείο άνθρωπο. Τον συμπαθούσαν. Δεν τον κορόιδευαν, αλλά του έδειχναν αγάπη και σεβασμό. Εξαγόραζαν τον καιρό τους, όσο πιο ευχάριστα γινόταν και ο ένας συμπαραστεκόταν στον άλλο, στην ανάγκη του.

Άμποτε και σήμερα που απάτριδες, ανίκανοι και σκάρτοι ηγήτορές μας, έφεραν την Πατρίδα μας σε τέτοιο μαρασμό και προπαντός ηθικό ξεπεσμό, να μπορέσουμε να ξαναφέρουμε στις σχέσεις μας, εκείνες τις χάρες του Διαμαντάρα και της Καρπέταινας και να ξαναζήσουμε τις χαρές, που έστω και μέσα σε στερήσεις, έζησαν οι ολιγαρκείς αλλά με ψηλά το κεφάλι και καθαρό το κούτελο πατεράδες μας.