Ο κυρ-Γιώργος, ο κουρέας

Από Κατερίνα Παλαιολόγου – Νικέλλη

Αν είναι δύσκολο να μιλήσεις σε κάποιον άνθρωπο, είναι ακόμα πιο δύσκολο να μιλήσεις για κάποιον δικό σου. Εγώ θα το επιχειρήσω.


Δε θυμάμαι ποτέ τον πατέρα μου θυμωμένο και εκτός εαυτού. Στο σπίτι μας ποτέ δεν είχε υψώσει τη φωνή του. Πάντα χαμογελαστός, υπομονετικός, ευγενικός, προσηνής και μειλίχιος. Το ίδιο και στη δουλειά του. Αρκετοί περνούσαν από το κουρείο του έτσι, για μια καλημέρα ή για ένα ανέκδοτο. Αγαπούσε τους πάντες. Είχε όμως ιδιαίτερη αδυναμία στους γέροντες και τα παιδιά. Χωρίς να το έχει διαβάσει ποτέ, έτσι διαισθητικά πίστευε σ' αυτό που λένε: "Ο κόσμος θα ήταν πολύ μελαγχολικός χωρίς τα παιδιά και πολύ απάνθρωπος χωρίς τους γέροντες".


Τα αισθήματα ήταν αμοιβαία. Κι αυτοί τον αγαπούσαν το ίδιο. Πολλοί προσπερνούσαν δυο-τρία κουρεία για να φτάσουν στο δικό του. Ίσως, εκτός από τη δουλειά του να απολάμβαναν τα πειράγματα και τους αστεϊσμούς που τους έκανε. Την ώρα που περίμεναν τη σειρά τους, τους πετούσε στην ποδιά τους το ΡΟΜΑΝΤΖΟ -περιοδικό της εποχής- με τις κοπελιές με τα μίνι. Εκείνοι, θυμωμένοι τάχατες, φώναζαν: "τί είνι βρε τούτις οι ανιραγίδις οι ξιτσίπουτις;" κι απ' την άλλη σκούπιζαν τα γυαλιά τους για να τις δουν καλύτερα. Την ώρα που τους περιποιόταν -φοβούμενοι το θάνατο- "άντε", του λέγανε σχεδόν όλοι "τελευταία φορά που με κουρεύεις". Κι εκείνος απαντούσε:

-Τί λες, βρε μπάρμπα; Ρώτησες καθόλου πόσο κοστίζει μια κηδεία; Κι ύστερα, μπορούμε εμείς να μοιρολογούμε "τί καλός που ήταν ο μπάρμπας;".

Όταν τον αποχαιρετούσαν, τους έβαζε κολόνια και τους ξεπροβόδιζε λέγοντας: "να δεις που απόψε θα δει διαφορά η γριγιούδα!" κι εκείνοι χαμογελούσαν κάτω από τα μουστάκια τους.


Τα παιδιά τα λάτρευε στην κυριολεξία. Ήταν αδύνατο να δει παιδί κλαμένο ή στεναχωρημένο· δεν το άντεχε. Κάποτε, παραμονές Χριστουγέννων, πήγε στο κουρείο του, το Παναγιουτέλ για να φτιάξει τα μαλλάκια του μέρες που ήταν. Την ώρα που τον κούρευε, άρχισε ο μπαμπάς μου:

- Μένα η μαμάμ μ' έκανι μια μπακλαβού μι σ' φασούλις, να γλείφτς τα δαχτύλια'ς!

Το παιδί άνοιξε διάπλατα τα ματάκια του και το μόνο που βρήκε να του πει ήταν: - Άντι, ω θείου!

Ξανά ο μπαμπάς μου:

- Μ' έκανι τσι μια σούπα μι του καρπούζ, άλλου πράμα!

- Άντι, ω θείου!

- Τσι του Καλουτσέρ μι ψην κατ παγουτά!

- Αντι, ω θείου! πάλι το παιδί.


Πέρασαν μια-δυο βδομάδες και ο Παναγιώτης περνούσε με τη μητέρα του απ' τα Κυβέλια, για να πάνε στη μηχανή να αλέσουνε σιτάρι. Ο μπαμπάς μου δεν είχε κάποιον πελάτη εκείνη την ώρα και απολάμβανε το καφεδάκι του στου Βουτάτσου. Μόλις τον βλέπει το παιδί από μακριά, τον δείχνει και βάζει τις φωνές:

- Ω μαμά, ω μαμά! Να, ι ...παλαβός ι κουρέας!