Νομοθετήματα στο γόνατο

Από Τάσος Μακρής

Με τη λέξη «περιβάλλον» σηματοδοτείται η πολυμορφία της φύσης με την ανόργανη μορφή της ύλης, τους άπειρους οργανισμούς της και τις απίθανες αλληλοεξαρτήσεις τους με τρόπο τέτοιο ώστε να πετυχαίνεται ένα υπέροχο συμφωνικό αποτέλεσμα από μια ορχήστρα τέλεια οργανωμένη μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια του έργου, που εκτελείται. Ένας μαέστρος έχει διαλέξει τα όργανα, τα έχει τοποθετήσει στην κατάλληλη θέση κι αυτά λειτουργώντας ομαδικά και συντροφικά, εκτελούν τις θελήσεις του. Μιλάμε για το θαύμα της δημιουργίας!


Στη φύση χρειάστηκαν εκατομμύρια χρόνια για να πάρουν τη θέση τους οι ζωντανοί οργανισμοί, φυτικοί και ζωικοί, να βρουν την ισορροπία τους, να διορθώσουν τις παραφωνίες. Κι όταν όλα επιτέλους ρυθμίστηκαν, ήλθε ο άνθρωπος κι άρχισε με τη δύναμη του νου που του χάρισε η φύση, την απορρύθμισή τους. Όταν η απορρύθμιση πλησιάσει την καταστροφή, κάποιοι σοφοί νόες επεμβαίνουν νομοθετικά, για να επανέλθουν τα πράγματα στην προτέρα τους θέση. Αλίμονο όμως, τις πιο πολλές φορές οι ζημιές είναι ανεπίστρεπτες, ή γιατί η επέμβαση έγινε αργά, ή γιατί έγινε δίχως σωστή μελέτη και γνώση του αντικειμένου.


Στον ελληνικό χώρο και ιδίως στη θάλασσα, συμβαίνουν και τα δυο. Για να αισθανθεί κάθε φορά η εκάστοτε πολιτεία (κυβέρνηση) την ανάγκη να παρέμβει νομοθετικά, θα πρέπει το θέμα να ξεπερνά τη ζημιά και να άπτεται της καταστροφής. Και τότε, όταν δεν θα υπάρχει χρόνος και συνήθως ούτε χρήματα για να γίνει σωστή μελέτη, θα παρθούν μέτρα στο γόνατο. Σε τέτοια περίπτωση συνήθως προσθέτεται μια ακόμη συμφορά πάνω στην προηγούμενη. Στη θάλασσα έχει γίνει πολλές φορές. Και το δυστύχημα είναι πως δεν γίνεται αντιληπτή από τους νομοθέτες. Κανείς δεν έχει την ευθύνη ούτε για την πρώτη, ούτε για την δεύτερη, ούτε που συζητιούνται. Ένα μόνο, αμήχανο «γιατί;» πλανιέται από στόμα σε στόμα απονέμοντας αναίσχυντα τις ευθύνες σε υπερφυσικά, ίσως, δαιμόνια…


Για να γίνουν τα παραπάνω αντιληπτά, θα πλησιάσουμε μια περίπτωση νομοθετικής παρέμβασης στις αλιευτικές μεθόδους των ψαράδων του Αιγαίου. Πριν από εξήντα περίπου χρόνια απαγορεύτηκε το ψάρεμα με «λεντισιές». Το λέντισμα ήταν ένα παράκτιο, ομαδικό, πολύ στρατηγικό ψάρεμα. Το ασκούσαν στο Αιγαίο οι νησιώτες ψαράδες από πολύ παλιά και έβγαζαν αρκετά και πάντα μεγάλα, διαλεχτά ψάρια. Τότε οι ακτές είχαν ακόμα συναγρίδες, σαργούς, λαβράκια… Για να συνεχίσουν να έχουν, να τα βρίσκουν οι ψαροτουφεκάδες, (τότε άρχισαν συστηματικά το άθλημά τους) το κράτος απαγόρευσε τις λεντισιές. Δεν στεκόμαστε στο αν έκανε καλά ή όχι, αλλά στο αποτέλεσμα: Τα ψάρια που δήθεν προστατεύτηκαν, χάθηκαν! Μια τέτοια εξέλιξη φαντάζει παράλογη, ωστόσο είναι μια πραγματικότητα. Για να συμβεί αυτό, κάποιος παραλογισμός θα ήταν κρυμμένος στην ανθρώπινη παρέμβαση.


Είναι γνωστό πως το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό. Για να συμβιώσουν λοιπόν τα λαβράκια και οι συναγρίδες, χρειάζονται μικρά ψαράκια, που θα πρέπει να είναι πολλά, για να έχουν πιθανότητες να πιάσουν μερικά για να τραφούν. Όταν οι πληθυσμοί των μικρών ψαριών αραιώνουν και έρχεται η πείνα βασανιστική, τα μεγάλα ψάρια κάνουν ό,τι και οι άνθρωποι σε ανάλογες περιπτώσεις· μεταναστεύουν… Όταν λοιπόν ο νομοθέτης έχει άγνοια αυτού του βασικού φυσικού νόμου, δεν φτάνει το μυαλό του να προστατέψει το μικρόψαρα των ακτών από τη συμφορά των τυφλών (μικρού διαμετρήματος) διχτυών και των συρόμενων τρατών, που τα εξολοθρεύουν. Τις τράτες βέβαια τις απαγόρευσε, αλλά πολύ αργά, όταν συμπλήρωσαν τη ζημιά τους. Τα δίχτυα όμως εξακολουθούν το θεάρεστο έργο τους!


Εύκολα θα μπορούσε να κάνει κανείς, με κοινωνική ευαισθησία, τη λογική ερώτηση: Αν απαγορεύσουμε και τα δίχτυα, πώς θα ζήσουν οι άνθρωποι; Και σε τι θα μας χρησιμεύουν τα ψάρια αν μένουν στη θάλασσα αψάρευτα; Αν ο νομοθέτης μελετούσε το αντικείμενο, θα ήξερε πως υπάρχει και η λύση του διχτυού με μεγαλύτερο διαμέτρημα, για να επιβιώνουν οι μικροί οργανισμοί, οι οποίοι θα δώσουν απογόνους και μετά, σε ικανοποιητικό μέγεθος, θα γίνουν και τροφή του ανθρώπου. Τότε μαζί με τα μικρά, θα είχαμε και τα μεγάλα.


Οι λεντισιές και με την απαγόρευση και δίχως αυτήν, είναι τελειωμένη υπόθεση, αφού δεν προβλέφτηκε με νομοθετημένη παρέμβαση η σφαιρική προστασία του οικοσυστήματος. Μπορεί να έγινε τότε παρέμβαση για τους ψαροτουφεκάδες, οι οποίοι έζησαν, είναι αλήθεια, λίγες δεκαετίες παχέων αγελάδων. Η έλλειψη αστυνόμευσης όμως και η εγκληματική ασυδοσία τους αχρήστευσε κι αυτούς. Η απληστία οδήγησε πολλούς απ’ αυτούς και μεγάλες ποσότητες να αλιεύουν και χημικές ουσίες να χρησιμοποιούν αχρηστεύοντας τα καταφύγια των ψαριών και τις σπηλιές των βράχων. Αποτέλεσμα γενική καταστροφή!


Πονεμένη είναι και η ιστορία του χταποδιού. Στον Κόλπο Καλλονής αυτό το μαλάκιο ευνοείται από την πληθώρα των οστράκων, που είναι η βασική τροφή του. Η παρουσία του στο οικοσύστημα είναι ευεργετική, επειδή συμβάλλει ουσιαστικά στην ισορροπία των ειδών, γιατί αν συνέβαινε ένα είδος να αυξηθεί υπέρμετρα ή να εκλείψει, θα έφερνε καταστροφή, αφού είναι λογικό αποτέλεσμα η αύξηση ενός είδους να συμβαίνει σε βάρος άλλων ειδών και αντίστροφα. Έτσι υπάρχει νομοθέτημα με το οποίο απαγορεύεται η αλίευση χταποδιού, βάρους μικρότερου του μισού κιλού. Ένας άλλος κανονισμός απαγορεύει τα «νταβούλια» (χταποδοπαγίδες) τους καλοκαιρινούς μήνες. Όμως, μ’ αυτές τις δυο απαγορεύσεις, γίνεται μια τρύπα στο νερό, γιατί:

1. Μικρά χταποδάκια κάτω του μισού κιλού, βρίσκουμε όσα θέλετε στις αγορές της Αθήνας και του Πειραιά. Αν, με όποιον τρόπο, καταφέρουν να ξεφύγουν από τη ζώνη ελέγχου του Λιμενικού, κανείς άλλος δεν έχει δικαίωμα να ελέγξει τη διάθεσή τους στην αγορά. Σε μερικά ψαρολίμανα του Σαρωνικού πουλιούνται από τους ψαράδες άφοβα. Το Λιμεναρχείο εθελοτυφλεί.

2. Στον Κόλπο επιτράπηκε νόμιμα η χρήση των χταποδοπαγίδων (νταβούλια). Ο χώρος όμως είναι μικρός και δε σηκώνει αλόγιστη εκμετάλλευση. Οι άνθρωποι είναι άπληστοι. Έπρεπε ή όχι ο νομοθέτης να πάρει στα σοβαρά τους δύο αυτούς παράγοντες; Σιγά μην έσπαζε το κεφάλι του και χαλούσε τη ζαχαρένια του με τέτοια! Αποτέλεσμα: Τα νταβούλια γέμισαν τον Κόλπο, τα χταπόδια λιγόστεψαν επικίνδυνα, τα νταβούλια θα αχρηστευτούν, όπως αχρηστεύτηκαν οι λεντισιές, και ο βυθός του Κόλπου θα γεμίσει από μαλλιαρά καβούρια (τροφή κι αυτά των χταποδιών), χρήσιμα μόνο να σχίζουν τα δίχτυα των ψαράδων.

3. Ασυνείδητοι ψαράδες βρίσκουν ανέξοδο τρόπο και τόπο αποθήκευσης των χταποδοπαγίδων τους στη θάλασσα. Τις αφήνουν λοιπόν όλο το καλοκαίρι στον βυθό για να συνεχίζουν το καταστροφικό τους έργο στους ανύποπτους θαλασσινούς οργανισμούς σε βάρος του οικοσυστήματος και οπωσδήποτε των ανθρώπων.


Συμπερασματικά, βρισκόμαστε μπροστά σε μια ακόμη καταστροφή, αποτέλεσμα της ανικανότητάς μας να δούμε σε όλες τις διαστάσεις ένα θέμα και να συντάξουμε ένα ολοκληρωμένο, αποτελεσματικό  νομοθέτημα. Είναι ατέλειωτες οι περιπτώσεις των νομοθετημάτων και του τρόπου εφαρμογής τους, ώστε θα ‘πρεπε να γίνει μια ξεχωριστή ίσως έρευνα, γι’ αυτό το θέμα. Δική μας ευθύνη δεν είναι, εξάλλου δεν έχουμε και τις επιστημονικές γνώσεις να εντρυφήσουμε σε βάθος. Ωστόσο είναι μερικά πράγματα τόσο οφθαλμοφανή που δεν χρειάζεται επιστημονική κατάρτιση για να γίνουν αντιληπτά. Ένα τέτοιο είναι και οι λαγκάμνες, που αξίζει τον κόπο να το δούμε ξεχωριστά στο επόμενο άρθρο.