Kάποιες φορές η ζωή γίνεται τόσο μίζερη, που αναγκάζει κάποιους ανθρώπους, να πουν το «ας μη γεννιόμουν στον κόσμο τούτον». Αναποδιές, δοκιμασίες,αλλά προπαντός τραγικές καταστάσεις και απώλειες προσφιλών προσώπων, πέφτουν στις πλάτες των ίδιων και των ίδιων προσώπων, που λυγισμένοι απ' το ασήκωτο βάρος των συμφορών, γονατίζουν, όσο σκληροί και ανθεκτικοί και αν είναι. Στην προσπάθειά μου να καταγράψω και διασώσω ιστορίες και γεγονότα, που εκτυλίχθηκαν στην ιδιαίτερη πατρίδα μας, στον όμορφο Πολιχνίτο μας, θα παρακαλέσω τον αναγνώστη του «ΠΟΛΙΧΝΙΑΤΙΚΟΥ ΛΟΓΟΥ», να μοιρασθεί μαζί μου τα συντριπτικά συναισθήματα που ένοιωσα, ψάχνοντας την ιστορία μιας πραγματικά δυστυχισμένης οικογένειας, που έζησε στον Πολιχνίτο, της οικογένειας του Ευστρατίου Δημητρίου Γιαννέλλη. Στο σημείο τούτο, σας παραθέτω αμέσως τις φωτογραφίες των δυό γονέων της οικογένειας, που βλέποντας κάποιος την απέραντη θλίψη, που στάζουν οι φυσιογνωμίες τους, προϊδεάζεται απόλυτα στο τί θα διαβάσει παρακάτω.




Ο Στρατής, δεν θα το πιστέψετε, γι' αυτό θα σας το επιβεβαιώσω με έγγραφο που παραθέτω αμέσως, έγγραφο που φέρει σφραγίδα και υπογραφή, τα πρώτα μεταπελευθερωτικά της Λέσβου απ' τους Τούρκους χρόνια, το 1917 συγκεκριμένα, κάνει τον ταχυδρόμο Μυτιλήνης - Πολιχνίτου και μεταφέρει με τα πόδια του ταχυδρομικό σάκκο, πηγαινοερχόμενος πεζός και φορτωμένος καθημερινά στη Μυτιλήνη. Οπότε ο «Διευθύνων την Γενικήν Εργολαβίαν Ταχυδρομικών Μεταφορών Νομού Λέσβου» και επειδή αργούσε η διαδικασία μεταφοράς και γιατί είχαν εκδηλωθεί ληστείες εις βάρος των πεζοπόρων μεταφορέων, του απευθύνει την από 25/10/1917 εντολή, να παύσει την μεταφορά των σάκκων «δια πεζού» και ενώ σύμφωνα με την σύμβαση οφείλει να μεταφέρει τούτους «δι' αμάξης», του επιτρέπει «λόγω των αντιξόων περιστάσεων», την μεταφορά «δι' εφίππου (δι' ενός ζώου)».

 

Στα 1905, σε ηλικία 30 ετών, ο Ευστράτιος Δημ. Γιαννέλλης παντρεύτηκε με την κατά δυό χρόνια μικρότερή του Αγγελούδα Δημ. Πανσεληνά. Απ' τον γάμο τους γεννήθηκαν ο Δημήτριος το 1906, η Αικατερίνη το 1910, η Σαββούδα το 1912, ο Γεώργιος το 1914, ο Στυλιανός το 1917, η Μαρία το 1921 και η Ευφροσύνη το 1923. Παρά το γεγονός ότι δεν διέθεταν μεγάλο γεωργικό κλήρο. Και ενώ γύρω απ' τον «σουφρά» μαζεύονταν να φάνε και χορτάσουν έντεκα στόματα, μαζί με τα παιδιά και τους γέρους γονείς της Αγγελούδας, όλα ήταν ευλογημένα, νοικοκυρεμένα και πρόσχαρα και δεν έλειπε απ' το σπίτι τίποτα απ' τα αναγκαία. Τόσο ο Στρατής, όσο και η Ατζιλούδα, νυχθημερόν πάλευαν κυριολεκτικά στα χωράφια τους, στην ξενοδουλειά, αλλά και σε άλλες ασχολίες, χωρίς σταματημό.





Το 1923, όπως φαίνεται απ' το παραπλεύρως έγγραφο, που παραθέτω, καταβάλλοντας στην Οικονομική Εφορία Πλωμαρίου, το αναλογούν τέλος επιτηδεύματος των 80,80 δραχμών, παίρνει άδεια ασκήσεως Επαγγέλματος «Καραγωγεύς».




Όλα είναι υπό έλεγχο μέσα στην οικογένεια. Δεν υπάρχει ευμάρεια, αλλά δεν υπάρχει και ανέχεια. Μοιράζονται όλοι με αγάπη, με σεβασμό και αλληλοκατανόηση τα λιγοστά αγαθά και τις δουλειές και τις υποχρεώσεις και ο καιρός περνά μέσα σε ένα ήρεμο περιβάλλον αγάπης και σχετικής ευτυχίας. Ο μεγάλος γιος, ο Δημήτριος, κατατάσσεται μόνιμος Υπαξιωματικός στο τότε Βασιλικό Ναυτικό. Όμως το 1927 αρρωσταίνει η κόρη η Σαββούδα, μεταφέρεται επειγόντως στο Νοσοκομείο της Μυτιλήνης, όπου θα χάσει τη ζωή της, σε ηλικία 15 ετών. Η κακοσημαδιά για την μέχρι τώρα ευτυχισμένη οικογένεια του μπαρμπα Στρατή άρχισε. Να φύγει μέσα απ' τα χέρια των γιατρών του Νοσοκομείου «κουτζιάμ κουπιλούδ'», δεν μπορούσαν να το χωνέψουν οι χαροκαμένοι γονείς και τα καταθλιμμένα αδέλφια. Αλλά «ο χρόνος είναι γιατρός» λέγει ο λαός μας, και σιγά-σιγά η οικογενειακή ζωή ξαναβρίσκει παρηγοριά με το μεγάλωμα των άλλων έξι παιδιών και συνεχίζει την ήρεμη διαβίωση.


Το 1934 παντρεύεται ο Δημήτριος με την Αφροδίτη Τιμ. Σάκκη, με την οποία απέκτησε δυο κόρες και ένα γιο. Ζουν στον Πειραιά στην περιοχή «Ταμπούρια», γιατί ο Δημήτρης υπηρετεί σαν μόνιμος Υποκελευστής στα υποβρύχια.


Πάνω όμως που η οικογένεια του Μπαρμπα Στρατή Γιαννέλλη έχει αρχίσει να ζει κάπως καλές μέρες και καμαρώνει για την αποκατάσταση των παιδιών, αφού και η μεγάλη κόρη η Κατερίνα είναι και αυτή παντρεμένη και έχει φέρει και μια όμορφη κόρη τον κόσμο, η κακιά η μοίρα, τους φέρνει καινούργια συμφορά. Αρρωσταίνει η Κατερίνα και ύστερα από ένα διάστημα πεθαίνει νεότατη, αφήνοντας ορφανό το κοριτσάκι της και καταθλιμμένους τους γονείς και τα αδέλφια της.


Ήταν Γενάρης του 1940 όταν συνέβη το θλιβερό περιστατικό. Μικροί και μεγάλοι, έκλαψαν και για την πρόωρη απώλειά της και γιατί η Κατερίνα, σαν πρωτοκόρη, ήταν αγαπημένη όλων, γιατί όλους τους είχε βοηθήσει. Όμως τα δάκρυα της οικογένειας Γιαννέλλη, δεν θα στερέψουν εύκολα, γιατί τα βάσανα, οι θάνατοι και γενικά οι αναποδιές που θα ακολουθήσουν και θα συνεχισθούν, δεν θάχουν τέλος.


Στις 28-10-1940 η Ιταλία κηρύσσει απρόκλητα και ύπουλα τον πόλεμο κατά της πατρίδας μας και μας αναγκάζει να πούμε το ΟΧΙ στις ιταμές απαιτήσεις της και να της δώσουμε ένα μάθημα, για το οποίο οι εφημερίδες και οι ραδιοφωνικοί σταθμοί όλων των χωρών, μηδέ των εχθρικών μας εξαιρουμένων, να θαυμάζουν και έκπληκτοι να διακηρύττουν τον ηρωισμό, την τόλμη και την αυταπάρνηση των παλικαριών της Ελλάδας.